Οδυσσέας Ελύτης, ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (1971)



                                  
















   ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
Πρέπει να 'ταν των Βαΐων τ' ουρανού επειδή και τα πουλιά κατέ-
βαιναν μ' ένα κλαδάκι πράσινο στο ράμφος και στον ύπνο μου
Ένα κορίτσι δίχως λόγο είχε σταθεί κι άφηνε το μπλουζάκι του ξε-
κούμπωτο
Γυαλί στο φως και μέσα του πλακάκια της κουζίνας όσο το μάτι μου
έπαιρνε ανεμίζοντας τούλια μια κορμοστασιά διπλή απ' το σπίτι
σε ύψος με τα δάχτυλα στο πόμολο το αόρατο
Νταγκ λάμψη αέρας νταγκ λάμψη αέρας ασταμάτητα     
Όπως ύστερα που κάποιος άγιασε και τα καινούρια φαίνονται κι εκείνα 
σαν παλαιά
Και τα παιδιά που γύριζαν από το πετροκάραβο με τα χταπόδια κι οι
γυναίκες απ' το ελαιοτριβείο κι η φωνή του γαϊδάρου ξημερώματα
πάνω από τα μποστάνια πόσα χρόνια πόσους αιώνες
«Αναντάμ μπαμπαντάμ» έλεγε η μάνα μου και το χέρι της το αρθρι-
τικό σταματούσε σαν φύλλο της μπεγκόνιας
Τέλος κι οι μνήμες παν κι αυτές πίσω απ' τα πράγματα να τα προ-
φτάσουν     
Όπου τα παλαιά φαίνονται πάλι κι εκείνα σαν καινούρια
Θρυλική θα μείνει στους μεταγενέστερους η μέρα που κανείς δεν
είπε να βαρυγκομήσει αλλ' οργιές ανοιχτά στα φυλλώματα φέγγα-
νε στιλπνά λεμόνια ηλιίσκοι των αιθέρων.

ph, by v.n

Δημοσίας αρμονίας
































…και ξαφνικά, άλλα μάτια πάλι,
από πυκνά κλαδιά
που κλαίνε προς τα μέσα
και με μικρές κινήσεις η σιωπή
και την εξέταζαν
και η σιωπή του καθενός
φυτρώνει
τρυπά τη γήινη φανέλα
αυτά που δεν γεμίζουν
από δάκρυ, άλλα μάτια εμπρός
- και η καρδιά του γέμισε ελπίδα -

κι εμπρός στου στοχασμού το λαμπερό ασημικό.




pic, Thomas Barbey