το άυπνο βραδυάζω
η συν πλην
ο τροχιστής γρατσουνιά
ένα σαμιαμίδι
αι θρηνώδεις των μαρτύρων




















η μουλωχτή ροδιά



στην πραγματικότητα δεν φτιάχτηκε για να τραγουδηθεί 
πριν πει την ιστορία της,

σ'ένα προαύλιο μ'εξάγωνες βίδες  
το άτρωτο ζάρι έχει κιόλας γίνει στο τζάμι της δήλωσης 
παράμορφο λαχάνιασμα
ανταύγειες στη συνείδηση που χαιρετούν τα άνθη
και το νεκρό κουδουνάκι από νησιά αγκαλιασμένα σαν κράτος 
με πλεξούδες της κοντινής αμυγδαλιάς 
συμμετρίες ως το χάραμα  
που αν θέλουν γίνονται ένα αρχαϊκό μειδίαμα διπλωμένο με σάρκα και οστά 
μία πλαγιά συλλαβές μαβί που όταν τεντώνουν τα κυπαρίσσια συνωστίζεται 
και βλέπει

το κατρακύλισμα στο μεγαλείο 
και τον ατέρμονο οίστρο συντρόφοι λατρεμένοι














καμία νότα δεν είναι λάθος
νότα από λαμαρίνα ο εκτελεσμένος της βροχής
γίνεται λίπασμα που δένει με τσουκνίδα
τσερκοψάλιδο
γωνιακός τροχός
με άνιθο μια στιγμή παιγνίδια
κοιλοδοκός το χαρμάνι από λάστιχο
οδός ο μελωδικός απαγωγέας του ζωικού στοιχείου
πλέκει μαγικά χόρτα και το θυμάρι σε προβλήτες
χείλη που ξεφυλλίζουν την ηχώ σε πτέρυγα με κηροπήγια
κι ακόμα
έτσι όπως αλλάζει χρώμα ο ουρανός, γεμάτος δέντρα,
πήγαινε στα ορθόπλωρα ως αντανάκλαση
που γλείφει τα στήθη στο κύμα
θα πει αγάπη