ebook, Οιμωγές





Ψηφιακή πλακέτα έξι ποιημάτων.
Διαβάζεται και κατεβαίνει από εδώ
 


Τα σκάγια



Λίγο να κάνει κοπάνα
από τα σύννεφα το φως
και δίνει, σ' όλα
μια πλαστική αξία,
με την τελειότερη
σπιθοβόλα εκγύμναση

στο αττικό φως,
που σ' απορροφά
ολόκληρο
δεν μετακινείσαι απλώς,

μες από τα βιτρό του πλήθους,
τον πυρετό του θλιμμένου
και τα ερωτηματικά
της μοναξιάς,
ευκίνητο κορμί από θερμούς τόνους
σε πάει ο ελιγμός.
 


Βαλτόδεντρα

Άστρα τη νύχτα,
ήλιος το πρωί,
νερό απ' τη χαραμάδα.
Πιο κάτω υπόνομοι,
πάμε πάλι απ' την αρχή.
Άστρα τη νύχτα [...]















Χειμώνας του 2001, Καρωτή Έβρου





Είμαι μια όψη ολόκληρος μπότα, τέτοιο χιόνι.
Mεσημέρι κι είναι νύχτα στις διαστάσεις
και οι μορφές για να τις δεις θες απόσταση χνότου
αλλά ήταν και βούιζαν από κοντά
κάτι ασαφές ανάμεσα στο καλημέρα και το αντίο
και σκέφτομαι ο κυρ Σταύρος, που δεν διαμαρτύρεται
πια γιατί κοντεύουμε να του αφήσουμε το πάτωμα γυμνό
από το ξήλωνε ξήλωνε,
η «πυροστιά πεινάει αφού» λένε οι ντόπιοι.
Ευτυχώς, έχω εγωιστικό κινητήρα
και δώσε πάτα στο χιονοκουπό έφτασα 
στο «Digi Web Malamatina» να πιω 
μια εαυτή ανάμνηση χακί.
Ένα επιβλητικό μηχάνημα που κουσουμάρει
στου Σταύρου
και πάλι αυτός ο γιωτάμηνος φτύνει του ανάθεμα
μέχρι να βγάλει τον φρουτένιο ήλιο τρυπημένο 
σε τριπλή σειρά, « η Σειρά...» δεν σηκωνόταν
απ’ τον καιρό της καθόλου
κι όμως... ήταν η δική του επανάσταση, 
έτσι άρχισε κι εξακολουθεί, φιλοδοξώντας 
μας λέει τώρα στο τρύπημα του ψευτοπαρόντος.














Φιλοσοφία





Του γύριζε

Και βούιζε απ’ τα μύχια. Βλέποντάς την
    Ανέβαινε, τρένο σε πλαγιά.
Κι αυτή... τι πλάτη!
Ολόκληρο το Πλατωνικό Συμπόσιο 
   Που έριξαν
Προσάναμμα όταν έβαλε τον πρώτο πάγο.

















 
Το στόμα μου
Στο κορμί σου
Απάνω και δεν
Με νοιάζει αν έτσι ανάερα
Λιποθυμά
Όπως στην ανεμόδαρτη θάλασσα 
Που δεν ξέρω για 'κει
Πως να μιλάω τα πολλά μια
Ρυθμισμένη καρδιά
Πάω 
Παιδί συλλαβικό και
Στις σελίδες σφίγγω νύχτες 
Που κατοικείς το ποίημα
Μια φραστική σιλουέτα 
Από αρμυρά φωνήεντα 
Ο καναπές απέναντι
Το τραπεζάκι και 
Τα παράθυρα
Είναι μια καμπίνα πλοίου.



 Tο σονέτο του κριού


Ώρες από επιθυμία τρόμου
να σωθούν με τράβηγμα, μαζί, αγκαζέ
κι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνο.
Σωθείτε στην ιστορία, ώρες,

δεν έχω χρόνο, μαζί να σας τραβώ
από προηγούμενες σιωπές, ούτε πόδια
να με πάνε μου χαρίστηκαν.
Έχω να σκαρφαλώνω οπλές,

να συνομιλώ μ' αγγέλους,
να δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμό
κι από σιωπή, να σωπαίνω χρόνο.
Δεν υπάρχει ''έχω χρόνο από χθες'', 

μπροστά απ' τον τροχό τού φόβου
ανθίζουν και δε δύουν...
το σούρουπο μιλάει, με διατρέχουν
ολόκληρο, στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές.















Το παιδί

Ένα που'γινε πολλά κι 
Ανάμικτα χρώματα
Σε μπαλόνι ουρλιαχτό
Που σε τραβά
Σπαθί χρόνου 
Ακτινοβόλο
Πάνω απ' τη χορεία 
Των εποχών
Κόκκινο που 
Σε τραβά
Αέρας
Μια παρουσία είσαι χαράς κι 
Άχρονο ακρογιάλι
Ω παιδί 
Πως συνδέεις στο νερό
Τους δρόμους κι  
Αστέγαστο ουρανό
Και μη σταθείς
Να γείρεις με βροντή
Εσύ το
Μουσκεμένο παιδί
Που γιατρεμό δεν έχει 
Ηχώ φωτός
Με στεφάνι πράσινα φύλλα
Από μητέρας στήθος
Και μια δεύτερη φωνή
Λεβάντα φρέσκια 
Μια ανάσα
Πιάσε της το χέρι να το κρατάς σφιχτά
Χάρτες τα φτερά
Καθημερινά 
Μια έκπληξη ο 
Κάθε προορισμός αυτού του κόσμου.


 






















Οι λέξεις προϋπάρχουν
της ύπαρξης από μητέρας.

Η κραυγή τους, δεν ξέρει αν κρύβεται
του θανάτου ή κρύβεται μέσα σ' αυτόν.

Και βγήκε το πρώτο δόντι,
φουρκισμένο πιλοτάρει ανάμεσα
σε θρανία και δαιδαλικά γλυπτά.
Να κάνει ελιγμούς αποφεύγοντας λέξεις
δεμένες σε καρφιά αυτοβελτίωσης.

Η ντουλάπα λέγεται
και φοριαμός ή ιματιοθήκη,
ανάλογα, που σκάζεις με τις λέξεις.


Δεν αλλάζω τα ηχεία μου



Σκοτεινά κατάβαθα ό,τι
δεν προσέχει τη ζωή
αλλά τη δράση της
σφυράει από το στήθος
το όνειρο,
το μόνο που απαντά
στις ερωτήσεις μου.
 























Από εκλάμψεις η επιθυμία
με χέρι που ψευδίζει
ελεημοσύνες ύψους αφίσας.
Μόδα από πειρασμό παλιά
που σπρώχνει σε καλή τιμή
μια ολοένα  
και πιο ριζική στέρηση
παράφωνα εαυτή  
και γίνεσαι τόσο εύκολα
κτήνος, όσο εύκολα κάνεις  
την αθώα περιστερά.
Να, έκανε ρίμα το ποίημα 
και θίχτηκε η ρίμα,
όπως κάθε τι άσκησης  
μες στον πυρετό
που χάνει το βήμα, μένεις 
με την άσκηση στο χέρι
και γεννιέται μια φιγούρα 
χωρικής μεταφοράς
που σε κοιτάει 
με τα δικά σου μάτια
και ζεις, εν τέλει,
με μάτια εξακρίβωσης στοιχείων.




Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρω
στον προορισμό. Μάζεψα φόρα
και βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέτας
που υψώνει τη φωνή τού αέρα
και κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτια...
Τίποτ' άλλο δεν ακούγεται, τίποτ' άλλο
δε με δακρύζει από έλλειψη.



















Το είδαμε το παιδί.
Έστεκε ορθό, 

στο τελώνειο άνοιγμα
στυλωμένο, μ' ένα τραγούδι
ορκισμένο στο ψωμί

που βάρυνε το ξένο -
το παιδί,
τι του καταλογίζαμε;...
κι ακούστηκε μια φωνή, 

ακόμα πιο αυστηρή: η φωνή του εγγονού. 

Tο σονέτο της  όχθης (στην ώρα τού κόσμου)




Κάτι από μέλλον μεταφέρουν
που το είλκυσε 
το σκάφος των λέξεων
απέναντι του ποιήματος  - 
σκόνη-σκόνη την πήγανε 
την  όχθη 
σκορπισμένοι, λιώμα...
Μια εικόνα ρέει κυματούσα 
που ζει στο ρολόι, ως χαλίκι κόντρα -
δυο νησιά, που πλέουν πέρα, 
καπνίζουν λήθη απ' το ίδιο τσιγαρόχαρτο,
τ' αθύρματα των σύννεφων, 
                                                   το βλέμμα.

Aντί επιγράμματος





Δεν πειράζει, χωρίς κραγιόν
Bούτα στο απαρέμφατο πεθυμιά αχαλίνωτη
     Και βάψε τα χείλη.

Τι όμορφη...
Τι παραφορά...

Ας γδύσουμε τώρα τις συλλαβές
    Μία – μία.