ό,τι για μένα ξέρατε γκαραβέλια ή ψαρόνια του κάμπου

χαράματα ή νύχτα πρωινή
από τη χιαστί εναλλαγή των άκρων
ένα μετέωρο απομεινάρι στο χώμα, που ξεδιψάει ώρα
με γλόμπους αναμμένους, σ' αυτή την παράδοση
χρωματισμένη μια απορία που αν την κοιτάξεις
όνομα δεν έχει αποκτήσει
άρρητη συμφωνία και ξαναρχίζει

χεράκι χεράκι πάνω στην κληματαριά των σημαδιών
από τις αρχαίες ρίζες του το φως και οι φύτρες του νογάνε καιρό,
στροβιλίζοντας πέφτουν ανάμεσα στα σύρματα
λιόδεντρα του τεντωμένου καρπού
και μια χαρά σαν φίλη

Μια μεταβλητή: οστά που σαρκώνονται
στο ρόδι και στο πολύωρο μονοπάτι που σβήνει
κορφιασμένο
με τη λάμψη σε αόρατη περίπτυξη

Παρακάτω η χαρά - πέρα από το φράχτη -
καθώς οι δικοί τους στίχοι με μια λαλιά
τον χρόνο σταματούν δυσφημισμένο,
η πλάνη φανερή, δεν τυλίγεται
με φύλλα, ή θάλασσα ξεβρακωμένη,
συγκλίνουν τα κεφάλια κι ενσωματώνονται
σε μετέωρο σασί, σε έδαφος σκασμένο -
παράχορδο: το φλογισμένο
σημάδι, κάποιας άλλης τροχιάς
χαλίκι ή βαλάντωμα από
μάζα σιωπηλή σε στρόβιλους
η δίνη, ή η  λαύρα παρεκεί,
που κυκλώνουν απαλά και μάταια
και στην καμπύλη μέσα
αν πέσεις ποτέ δεν πέφτεις

Από το κοίλωμα και με λίγο ασβέστη
στρώνεις γήπεδο νέο,
μοναδικά και αξεχώριστα
στην έρημο την εποχή των αστεριών
φθόγγοι
που χαζεύουν
υπνωτισμένες λάμπες