Παραμύθι του κάμπου

















Ερώτημα

Μέσα από ερωτήματα και φτερωμένους μύθους 
αργείς ξημέρωμα στα μάτια κάθε περιοχής
στο άγραφο είμαι σβησίματα σε κύκλους 
που πάλι θα με θυμηθούνε,
τί να πιστέψω για να κουρδίσει τις χορδές
μια άφιξη κουτσή από ιδέες
ή σαν σελίδα μουσικής σαν φέγγος 
σαν ύστερα 
από το θόλωμα πώς συνταιριάζουν
κάτοπτρα στην ίδια γη κι όλα τα φύλλα

Το πελέκι

Δυο τοπία που ενώθηκαν σ’ένα
σ’ένα χρώμα εδάφους μέχρι τα μάτια
δεντρένιο χρώμα στέκει μες στο πράσινο
με τόσες γεννήσεις, σαν ό,τι λες και δείχνεις
δείχνεις να το ορίζεις
ψημένη γη: το είναι ανθρώπου που ξεχερσώνει 
οργώματα δεμένα με τον εαυτό του

 Άμμο ροδαλή

Στο χείλωμα του δρόμου σκύλοι που ξεφεύγουν 
σε φωνές, πέφτουν πάνω στο στάρι 
ακόμα και προς τον ήλιο που με καταδιώκει 
ποιος φεύγει, ποιος μένει
στο μάτι που γεμίζει χνάρι,
κι όλο και θα λιγοστεύει μ’αυτά της φαντασίας
το σφυρί

Μια αρχιτεκτονική

Μια θέληση για αλλαγή στη φαγωμένη νύχτα
προσθέτει στήθος, σημειώνει θέσεις
κατά πως διαιρούνται τα σύννεφα,
για τις ημέρες η δροσιά τής μεταμόρφωσης
σε καθρέφτες λοξούς,
ο ίσκιος που γυρίζει κυκλικούς χορούς: εικόνες με κήπους 
που ρέουν 
ακτές που πτυχώνουν το άπειρο 
πύρινα ψάρια στις κόγχες του ανθρώπινου
και κάπου ένας τριγμός
πολύ σταθερός για να τον νιώθω απουσία

Μια έκταση δεν είναι ένας τόπος

Καπνός καπνός σε ζεύγη
χωρίς να προφταίνουμε να σκεφτούμε κάτι 
η σκιά μας με κρυφά τύμπανα του αίματος 
παίρνει και εμάς μαζί
και τους θυμούς και τα χαμόγελα
του εαυτού μου και των αναχωρήσεων άπλαστο βήμα
παρά μια απέραντη έκταση ή μια στάλα νερό 
που ο ήλιος ξεγυμνώνει

Γέλια στο σύδεντρο

Πάνω στη λαβή του κυνηγιού τα μάτια των αλόγων, 
περιστρέφονται και χάνονται
μες στην αυθαίρετη εικόνα, μακριά, ολάκερη μια φλόγα, 
τίποτα δεν καίγεται, ούτε γεννιέται,
υπάρχει ποίημα που με τυλίγει
σαν την αλήθεια μπαίνω στα τυφλά,
και παρουσιάζεται 
με την ονομασία άνθρωπος
κομμάτια ζωντανά






















το άυπνο βραδυάζω
η συν πλην
ο τροχιστής γρατσουνιά
ένα σαμιαμίδι
αι θρηνώδεις των μαρτύρων