Ένα ψιχίο από το Μεταξουργείο

Φιλί που φουσκώνει την πλώρη των χειλιών του
Η άρθρωση είναι άλματα γύρω για να το βλέπουν τα καράβια
Άγκιστρο κι όχι λυχνάρι
Και τώρα είναι πέλαγος
Ορίζοντες παντού
Γραμμή και βύθιση
Είναι γατί στο παραπέτο τής εικόνας που υμνεί την εικόνα
με ανθρώπινο στήθος
Το κράταγα σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα





















Οι άλλοι ήξεραν
όχι τίποτα δεν ήξεραν γι’ αυτό
κανείς δεν ήταν 
πού να κοιταχτώ 
δεν ήξεραν
γι'αυτό
από το παρατηρώ 
ένα μελανιασμένο σύννεφο 
που δίνει το πιο καλό κλαδί
στον κήπο
μια φλέβα που μετεωρίζεται
στους μικρούς λόφους 
και στο φανέρωμα 
στον γυάλινο αιθέρα
ανοίγει το στόμα
η πέτρα στην ημέρα
στο βίαιο ρόδο 
στη βροχή
που σκάει τα δέντρα
τις όχθες από το βάρος
ακόμα και το φως
και χτίζομαι στο χώμα 
που δεν είναι δικό σου
ούτε δικό μου -
είναι του κόσμου και ούτε είναι