Οι λέξεις περνούν από δάχτυλο σε δάχτυλο
καμμιά φορά μια προσπάθεια την έχουν
να κρατήσουν τα χέρια τεντωμένα, που αναγνωρίζονται, 
μια χειρονομία ή μία ψυχούλα δράση
Το σπίτι με τις γροθιές του,
γύρω γύρω σωρός ο διάφανος χώρος, μίλησε, 
μίλα και στρίψαμε να μπούμε δάσος
να μπούμε ορίζοντας που πετάχτηκε μασημένος χώμα κι έγινε τοπίο
Τα δέντρα, έχουν μια αφύσικη στάση 
περνούν από κλαδιά ονόματα, βελονιά, μπόρες 
κι ο αληθινός ο κόσμος, από πλημμύρα όλα κεντημένα, 
σβάρνα σάρκα κι αίμα 
Το δάσος όχι



















Tα μέσα αναλόγια που κοίταζα
μικρόφωνα
βιντεοπροβολές

Mε βλέπουν όλα τα χτενισμένα 
γυαλιστερά

Για μέλλον ελαφρά, δέρμα που σβήστηκε η σκιά,
εσύ, να γράφεις ποίηση από τις γωνίες, 
ανεμοδείχτης και γαλάζιο γινωμένο 
και στο φανέρωμα δυσφημισμένο

















Σουσάμια τα βουνά,
παράσιτα ξύνουν τα κρόταφα
κάτι φαγώσιμα δώρα
και με το εγώ και με το εγώ,
γι' αυτό,
μην ανησυχείτε, ίδια φυράματα,
κακογερασμένα δάκρυα χαράς
κι αυτά, στις πλάτες των πεκινουά
Λιμνούλες επανάστασης που πέτυχε