Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

ματωμένοι αγκώνες








Είναι πάνω στο χώμα του
στάθηκε 
κάτι να πιει να ξεδιψάσει, να γίνει αντοχή
και φανταζόταν πως θα ήταν.
Επέστρεψε με νευρικό ζήλο
βαριά φορτωμένο και έτριζε
πάνω σε ρήγματα ίσως και από τη δική σου 
ανάγκη να έχεις ρήγματα. 
Σπασμένο όνειρο είπα και με έσπρωξε 
όπως σπρώχνει τους πλανήτες
σε κύκλο αναπαραγωγής. 
Από αυτή την απότομη κίνηση
μια καταχνιά από χαλίκι υψώθηκε 
από το το χώμα σε βουνά,
σαν εμβατήριο αγωνίας που ζητάει λογαριασμό. 

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Η Σταχτί

















[τίτλος;]

α.

Eκτός από τις σταγόνες που πέφτουν, 
στην παράσταση θα πούμε για ζητούμενα,
όλος ο κόσμος ζητούμενα.
Κυρίως για αυτά που βλέπουμε ή θέλουμε 
να δούμε, σαν περάσματα,
με πατρίδα δεν μοιάζουν τα μάτια 
τα φυλαγμένα σε πολύτιμες θήκες. 
Με το βουητό των εντόμων. Ας έρθουν
και με το κάψιμο πάνω στο μεσημέρι. 
Eίναι νοτιάς και πετάει τις μέρες μάνι-μάνι σαν ώρες. 
Μ' έξοδο σ' απλωταριά οι λέξεις: ποιος είσαι, 
λένε, γιατί δεν έρχεσαι, και συ πετούμενο ή μάγος; 
Η πλάνη σου είναι φανερή, αλλά μας περιμένουν 
οι από τα φύλλα. Οι από την πάνω γειτονιά, οι δαρμένοι
απέναντι ένας φωσφορίζων - από αναμονή. 
Και με αυτή την αναμονή σας καλώ, θυμωμένα κότσια
και πλούσιες θηλές, να περιμένετε

Tην κίνηση. Αυτή δεν έχει ψαλμούς ν' ακουμπήσει το στόμα της. 
Όμως δεν είναι μόνη της όσο μιλάει, και θα μας αδειάσει
σε ξένη χώρα από την ώθησή της. Αφέθηκε και με 
την χειραψία είναι σε ρωγμή, μακρύτερη 
από σένα κι έσκασε στα γέλια. 
Άρχισαν τα έντομα: ο ήλιος 
νερό στο άνθος της πίσω αυλής,
ο αέρας σε μονοπάτια για το άστρο. Έτσι έφτασαν, 
απλωμένοι, σε στριφτούς αφρούς οι δωροδότες. 
Ξανακοίταξα το κανάλι σαν μαγνητισμένη χειρολαβή, 
σημαίνει το βλέπω 
και το μυρίζω ή τίποτα κι απέρχεται. Άνοιξα την μικρή πόρτα
που όλα εξαρτώνται από αυτή

Δοκιμάζοντας εικόνες, γελάστε ή προσευχηθείτε.
- Καλώς ήρθατε!

Παίζω χάνω τα παράθυρα είναι στη θέση τους. 
Ποδοβολήματα σε ουρανούς οι φωνές, φωνάξτε 
και τους άλλους στο βασανισμένο φως. 
Περνούν οι μέρες του κυνηγού, χωρίς πιστωτές 
δίνουν έναν ήλιο προκαταβολικά.
Έχει σπρώξιμο και έχει και αταξία. 
Το φτωχό αυλάκι δάχτυλα και ζαχαρένια θέρμη, 
όπου κι άλλες φωνές με ακόμα ακολουθούν. 
Και όραση βιασύνης.
Που αντηχεί το κείμενο; Τίποτα. Τίποτα πια δεν αγαπώ(;). 
Οι στροφές συνεχίζουν σε στιγμές ολόκληρο το ξεβοτάνισμα 
της ζωής, μια φωτογραφική στερέωση απαλά. 
Πρίμα, με την γάτα στο χρώμα της.
Τεντώθηκε 

Εκεί στα σκαλοπάτια. Από τότε που άρχισε το μέτρημα 
σε χρόνο του μέχρι σήμερα κόσμου το είναι τους δεν παραδίνεται, 
οι λέξεις κρεμασμένες από τη γλώσσα 
αράζουν τις ώρες και είναι: 
γάτες, δάκρυ στη λύπη του, πυροστάτες φίλοι 
στον τρανό πόθο και τόσα άλλα που στέκονται κολλητά, 
μια κραυγή, ένα είδωλο παρουσιάζεται ή ένα ερωτικό αίσθημα 
και κανείς. Όλοι προσέρχονται στην παρέα.
Να χαρείς μαζί μ' άλλες μαζί καρδιές χίλιες φορές
τον πιο αγροίκο ήχο, καρπούς στο χρώμα τους
και το σβαρνιστό πέλμα μιας φοβερής ιστορίας, 
μιας πληγής του κόσμου, πέρα για πέρα το παιχνίδι του ποταμού
με τον βόμβο του εικόνα από τα παρόντα, 
μια θύμηση αν δεν μας βλέπουν πια να μοιραστούμε. 
Αλλά είχαν μια ανάγκη να κοιτάξουν πίσω κι αποτραβούν 
το κεφάλι 
σαν τρακτέρ από βούρκο. Μένουμε στο φως των κεριών 
με καρτερία, που μπορεί να φορτίζει όπως φορτίζει η ουρά 
τον κροταλία. 
Κι έλεγε το τραγούδι: δεν φοβάμαι τα δαγκώματα 
μου αρέσουν οι δόξες κι όλος ακόμα και αν πορευτώ 
από σιωπή μισοπνιγμένος των χεριών που την έχτισαν
δεν φοβάμαι  

Με όλο το ύψος τού μπροστά και με την κεραία βαθιά 
στερεωμένη στο κεφάλι, ένας από το τραγούδι 
συγκεντρώθηκε: σου βγάζω 
τη μάσκα και την φορώ. Και έρχεται με το εγώ 
που σύνολα γνωρίζει.
Τι κούραση κι όμως άνοιξε μια τρύπα στήθους 
και μας έδειξε: νά, δείτε, την επισκευασμένη μου καρδιά. 
Είδαμε, πάνω από τον ώμο, 
άλλοι χώθηκαν σε στοίχιση ως μέσα, στην αντίπερα ακτή 
είχε μόνο ανθρώπους κι έκλεισε το στόμιο 
μ'ένα βραβείο, μην χυθεί της ταραχής το τρελό βουητό 

Την είχαν ξαναδεί την ιστορία. Σε ήχο πλάγιο
γυμνός από ιδιοκτησία έχει γεννηθεί, όπου νοιάζεται μόνο όταν 
οι λέξεις σωπαίνουν να θορυβούν στα τοιχώματα άλλων οστών. 
Ο φανοστάτης από την καμπύλη του 
στο παγκάκι, στα κρυμμένα μυστικά του, με τόση αλήθεια σε πλατείες 
που σέρνονται τα όνειρα και ανοίγουν την αυλαία στα αθώα. 
Ο αυριανός προεκτείνεται και πάλι, κάποιοι αγγίζουν τη σκιά του 
από τα βαθιά χωρίς κάποια ξεχωριστή λάμψη. 
Τα χάδια χέρια χέρια πλέκονται σαν φύκια. Χάνονται, σκορπίζονται 
αψηφώντας τις συνέπειες από τα σώματα.
Πηγαινοέρχονταν στην αυλή και ίσως πείτε η άρθρωση του σαγονιού,
πιθανό να παίζει κάποιο ρόλο.
Εκεί η κυρία, έχει τον μεγαλύτερο οίστρο, όταν γίνεται ησυχία 
και θερίζει την εικόνα σε μια κούπα: παρακαλώ εσείς, 
τι θα πάρετε;

Βολταρίζοντας μ' ένα τσιγάρο πάνω στη φλόγα του 
θα ήθελα το ποίημα να πάρω, σαν επιθυμία 
να το ρίξω στων απόντων τα θρύψαλα, στην άλεση του μύλου,
επάνω μου αν το ρίξω σαν παιδική ιδέα και από τα παράθυρα, 
δεν πειράζει, 
ακόμα είμαι όνομα, μία στράτα που γυροδιαβαίνει, ας είναι λάθος, 
ας είναι εκτός γραφτού, σε μια κορνίζα η αυλή του χωρικού, 
όπου όλοι μας σβήνουν τα όνειρα στα φώτα του ποιήματος, 
στο λεκτικό θαυμάσιο του παρανοήματος γλυκό μου στέρνο

Ολόγυρα ξερό πέλαγος, σκοτωμένος λυρισμός 
από σιτοχώραφα μοτίβα. Σχήματα παραδομένα 
στους καιρούς(;) Είναι, όσο θες να δεις το βλέπεις. 
Τα σχέδιά μας για σήμερα: ένα σκυλί άρρωστο στην καλαμιά 
και στη μεγάλη φύση, δεν έχουμε παρά να γίνουμε 
των απαντήσεων οι σκοτεινοί, εσύ που το θείο αγγίζεις

Μιλιά. Μόλις είχε κατέβει από το εικόνισμα της εκκλησίας. 
Πλήρωσε το παραπάτημα και έφτασε στην αυλίτσα της παρέας.
Άνοιξε με τη βοήθεια ενός αγάλματος 
τον λόγο, μιας ανάμνησης που δεν την μιλούσε, 
και μαζί με τη σιωπή μας που και αυτή δεν καταλάβαινε πια 
ένας Χάρος τάδε είπε, τελικά: στ'ατέλειωτα φιλιά ανέβηκαν οι όρκοι 
και κύλησα σ' άπατους βυθούς. 
Δεν είναι πλοίο εκείνο στ' ανοιχτά, μικρές ακτίνες αερίου
με θύματα σε όλες τις γλώσσες. Είναι πολλά, 
έτσι ήταν και είναι στο βελόνι κάποιας 
που εκεί πέρα αναβόσβηνε κι ένιωθε από το φτερό της 
λίγα ακόρντα μες στον ύπνο. Υδάτινο ρεσιτάλ στη σκάλα. 
Σκορπίσαμε και πάλι. Σαν από μεγάφωνο ένα όνειρο μακριά

Να αφήνεσαι. Ε, τότε να αφήνομαι, μαζέψτε τις παρασιωπές 
κι ελάτε από το παραμικρό, 
ποιος είμαι εγώ να πω, εκτός από αντίφαση ή μια γρίλια παραθύρου. 
Έχω φροντισμένο να έρχεται το καλοκαίρι 
με την παρτιτούρα του, έχω και φθινοπωρινές 
γωνίες. Είμαι μία ευτυχία. Σ'άγονες πλαγιές 
με βρίσκεις στ'αρμυρίκι, στο κύμα του αγκαλιά 
ή στο βαθύ πιάτο. 
Έτσι λείπει από το ποίημα η σαρανταποδαρούσα ημερομηνία 
και περπατά και χορεύει ηλεκτρικά έναν αντικατοπτρισμό. 
Το κείμενο αισθάνεται, από τα μέρη του κορμού 
την αόρατη περίπτυξη του αναγνώστη και φοβερό να σε κοιτάζει,
στη συγχορδία των στίχων με τον τίτλο του ποιήματος

Μακάβριο γέλιο αν είσαι του κειμένου 
αργά προχώρα, με το εφήμερο της ροής σου 
θα τα βρούμε. Στη μουσκεμένη άμμο ένα εγκάρδιο δώρο, 
σφίξε του τα δάχτυλα, το μοναδικό σου εύρημα,
στην ίδια ώρα που η χειραψία πελεκεί τις ανάσες 
σε χίλιες δυνατές εικόνες: πως φτιάχτηκε το γεφυράκι 
της αβύσσου 
όταν λέμε εδώ, έτσι που να εκφράζει 
με χαμόγελο την βροχή που το λούζει, 
αμέσως μαλακώνεις. Χρώματα. Γεμίζουν την στέρνα 
για κάθε πιθανή εκδοχή, 
και εμείς, οι φυσαλλίδες κι απαθείς εμείς

Από έναν ασπασμό ή μάτια λαχταριστά για βούτες.
Η κλίση της πλαγιάς πάνω στο βάρος τους.
Οι σοφοί, οπλισμένοι με δαδιά και περασμένη ώρα. 
Πάντα αργούν, λόγω βάρους.
Ανοίξτε τώρα, κάντε χώρο βάθους 
να περάσουν στους νευρώνες οι μαντεψιές.
Απ' όλων την πληγή, και να την χαιρετίσουν, 
να τη φωτίσουν μ'ελιξήριο μιλώντας για το βγαλμένο καρφί, 
χωρίς κεράσματα 
κάτι στου καλοκαιριού το μαντήλι να πιουν, 
να πάρουν, 
ή να φυσήξουν την πεταλούδα από τα μέτωπά μας,
να σας προειδοποιήσω, μύθος

Από το ανήσυχο του κύκλου έφυγαν, έφυγαν στην ώρα τους 
οι σοφοί. Φεύγουν σαν σε σειρά συλλαβών μέσα 
από το τρεμουλιαστό γυαλί μιας λάμπας
που είχαμε κρεμασμένη στο κάγκελο. Και μόλις το κατράμι τους 
πάτησε στη νερένια σκιά της δημοσιάς πέρασαν από την ποίηση 
στις διαρκώς θαμπές φιλοδοξίες, ή σε μια αντοχή που γερνάει, 
προκαλεί έκπληξη που οπισθοχωρώντας από τους στίχους βγαίνει 
και ανήκει σε άλλον. Τίποτα δεν πεθαίνει υποστηριζόμενο
από τον θανατό του

β.

Μυθικά πλάσματα. Οι άνθρωποι. Χιλιετίες τώρα 
του μέλλοντος παραμύθια;
Ο τρύγος λάλησε από την παρένθεση του επισκεπτηρίου 
καθώς κλαδεύεται. Βατευτής ο κλάδος που βγάζει νέο, 
παραδίπλα, και το κόβεις πριν το μάτι, 
που από το μάτι θρέφεται, 
το φως τροφή θυμίζει το νέο κλαδί. 
Το νέο κλαδί φλεβίζει πάνω στη θύμιση το άλλο από υγρασία, 
το κεντρικό,
κι έδειχνε στο πριονάκι: ετούτο λέω. 
Καρπούς βγάζει το φετινό, το νέο το κλαδί κρατάει 
στο κλήμα χρόνο και εποχές, του χρόνου,
και του χρόνου λοιπόν ξαφνικά χραπ, ορίστε,
τρώτε μύθους, φάτε, ό,τι είναι αλήθεια είναι. 
Μια χωσιά, έτσι, επίμονα

Θάλασσα και ουρανός στο φύλλο του,
αδάμαστο της όστριας κυκλάμινο 
στο κάταγμα της πέτρας σαρκωμένο, ρωγμώδες,
δεν απλώνεται στο βρόντο, δεν γεμίζει την εικόνα 
με τα πέταλά του, σιωπηλό λικνίζει στα βλέμματα 
και εξαφανίζεται από αυτά που γεννιέται, 
ακόμα και το λαχάνιασμα μπορώ να εξηγήσω, 
τον λαιμό, την χαρά, τις πλάτες και τόσα άλλα στα σώματα 
σαν κυματιστά και προικισμένα μ' άκρα.
Γιατί έρχεστε αλλιώτικα;

Πήγαμε για όμορφη χώρα. Στο άλλο χωριό. 
Να γυρίσουμε και μας σταμάτησε ο βρέξιμος τρύγος της αυγής. 
Ολοσέλιδο παραμιλητό βλαστών. 
Στον καρπό του ο καιρός, ορατός μέχρι το κόκκαλο, 
μας γύρισε πάνω στη σιωπή μας 
απ' άλλο μονοπάτι, ο στίχος μοναχός του, 
με το εξάρτημά του, χωρίς βοήθεια μπορεί και να ξέρει 
και να είναι μνήμη,
εκτός μορφής, ή καπέλο,  σ'αυτή τη γελοία θέση. 
Πως διακρίνεται ένα καπέλο!


θερμίστορ















Ακούστηκε το άνοιγμα
της μεγάλης σιωπής: νίκησες.
Ύστερα από τοίχο
το πόδι ξεφύλλισε
στα δύο. Σε μια σκιά ενώνονται
και θέλουν το καλό μας.
Ποιον περιμένω;
Σύρε από το φράχτη
ή και αργό φτερούγισμα σε λέξεις

στην φορτική ακινησία
η άδεια ώρα αναμονής ανεβαίνει,
- θα σας φωνάξω τώρα ξέρω και παρανοώ -
διαπερνά και μεγαλώνει σε κάθε σώμα

στην ομίχλη εξαφανίζεται και με αφοπλίζει
στον καθαρό αέρα ανήκει σε άλλον

Μια πλάνη πάνω σε σταχτόνερο κύμα,
ασυνήθιστη φαντασία
σαν υδράργυρος ήθελε να απλωθεί
ο τόπος, απ' όπου κατάγονται τα όνειρά μου
κι έφυγε και χάθηκε