Του λέει γίνε
τουλάχιστον
σ
ε
λ
ι
δ
ο
δ
ε
ί
κ
τ
η
ς
στο
φερετροποιό
βιβλίο, όπου όλοι μας.
Άλλος μπορεί το μολύβι
άλλος μπορεί τη γόμα
ακόμα και το ίδιο
το χέρι που γράφει άλλος
μπορεί να γίνει.
Κάτι όμως,
όχι τα γράμματα.
















Στο Δήλιο Κύκλο




Στο Δήλειο Κύκλο είδαν
όλες τις μάχες
του ασβέστη με το φως,
συρμάτινα βοτάνια
που 'ναι τα αρωματικά, η Μύκονος
του αμετάβλητα λαμπρού
κάτω από τους μεστούς καρπούς
του δίχως μοίρα Ιερού φωτός
απ’ το παράθυρο αυτό
που νιώθεις συνεχώς ότι κοιτάς
με το κεφάλι έξω κι ας φυσάει
παράπονα κι ας βρέχει αγανακτήσεις
και το θυμάμαι ακόμα
απ’ τ’ ανοιγμένο γόνατο
μια δύση, με ίλιγγο αέρα
κι η Σίκινος μινιμαλιστική
από κερί του Ελύτη,
της εκκωφαντικής σιωπής
κι ακόμα εκεί, ναι, όπου αντικρίζεις
και δεν φοβάσαι τους νεκρούς,
η απόκοσμη θέα
και ο τρομαχτικός εαυτός
του απότομου νερού
και μια γωνία φως
η Ίος κι η Φολέγανδρος
αχνός από δροσιά,
στα ίσια τους φυσάει
κάτω εκεί
που απλώνει η αγωνία
της συνάντησης τη μια μεσολαβή
κι ένα φιλί,
μια φράση μουσική από αρχαία κοχύλια
η όψη τους από κυκλάδα
κι ένα σημάδι μπλε και πάνε
και με φανό θυέλλης,
η φυγή.










Είναι από ανατολή
κι από σταγόνα
Μια αναπνοή κι ένα ποτάμι
Άλλοι, κάτοικοι από τα Ιερά Yψόμετρα,
λένε ένα πλάσμα, μια ψυχή
που έχει - κι όλο θα ‘χει - τη δική του ζωή
Λέγεται
«με τα μανίκια ψηλά»
Είναι και παρουσιάζεται
ένα σώμα αναρρίχησης
από ξεσκισμένους ουρανούς
Μια πράξη
από άνθρωπο να πει για τους ανθρώπους
υποφέροντας τα δοξασμένα ίχνη
που ανήκουν
σε αγάλματα
να πει ακόμα κι όλο λέει
για όσα διατρέχουν
από ανθρώπινο γόνατο
κι ανοίγουν στα δύο
και χύνονται στη γη

Κόσμος σου θα είναι η αφή
που δεν «καταλήγει»
που τινάζει απ’ το κεφάλι
της φαντασίας
έναν αγωγό που και χαθήκαν
όλοι στο συμφωνημένο στόμα του
ευτυχισμένο έχουν τέλος
κι άμα ξεχωρίζει, ό,τι ξεχωρίζει
απ’ το πικρό
 - που δε συνάντησες κανέναν -
σου επιστρέφει απ’ τη λευκή σελίδα του
αεράκι την ανάσα, χωρίς λέξεις
για τη συγγένεια αυτού
που χάθηκε αν ζύγιζες
το βάθος της πληγής
ή και ηρωισμούς, ακόμα
τα σφιγμένα χείλια,
το όμορφο βουβό των ρυτίδων
και τα φρύδια της γλώσσας,
όλα των ανθρώπων
ένα ανθρώπινο όριο οστών 
και θλιμμένο και
χαρούμενο
αν θέλεις πολυτροχισμένο αγρύπνια
 
Δες, κάτω από εσένα,
περνά ο χρόνος κι αφανίζεται
σε άμεση σάρκα, γενέθλια ποτισμένος

ο τόπος κι ακόμα, ο τόπος γύρω σου
μονότονος κι αστείρευτος
με ακρίβεια καρδιογραφική αχτίδας
που περνά από τρύπα βελόνας
κι από τροχό στο δικό σου χώμα
σπινιάροντας
εκδικητική αδιαφορία κι αμετάνιωτες σπίθες
έτσι όπως τρίζεις με έκπληξη
στη λάμψη.