Φιλοσοφία





Του γύριζε

Και βούιζε απ’ τα μύχια. Βλέποντάς την
    Ανέβαινε, τρένο σε πλαγιά.
Κι αυτή... τι πλάτη!
Ολόκληρο το Πλατωνικό Συμπόσιο 
   Που έριξαν
Προσάναμμα όταν έβαλε τον πρώτο πάγο.

















 
Το στόμα μου
Στο κορμί σου
Απάνω και δεν
Με νοιάζει αν έτσι ανάερα
Λιποθυμά
Όπως στην ανεμόδαρτη θάλασσα 
Που δεν ξέρω για 'κει
Πως να μιλάω τα πολλά μια
Ρυθμισμένη καρδιά
Πάω 
Παιδί συλλαβικό και
Στις σελίδες σφίγγω νύχτες 
Που κατοικείς το ποίημα
Μια φραστική σιλουέτα 
Από αρμυρά φωνήεντα 
Ο καναπές απέναντι
Το τραπεζάκι και 
Τα παράθυρα
Είναι μια καμπίνα πλοίου.



 Tο σονέτο του κριού


Ώρες από επιθυμία τρόμου
να σωθούν με τράβηγμα, μαζί, αγκαζέ
κι αυτές να ξεπλακώνουν χρόνο.
Σωθείτε στην ιστορία, ώρες,

δεν έχω χρόνο, μαζί να σας τραβώ
από προηγούμενες σιωπές, ούτε πόδια
να με πάνε μου χαρίστηκαν.
Έχω να σκαρφαλώνω οπλές,

να συνομιλώ μ' αγγέλους,
να δίνω από ψυχή τον πιο δυνατό χυμό
κι από σιωπή, να σωπαίνω χρόνο.
Δεν υπάρχει ''έχω χρόνο από χθες'', 

μπροστά απ' τον τροχό τού φόβου
ανθίζουν και δε δύουν...
το σούρουπο μιλάει, με διατρέχουν
ολόκληρο, στο γύρισμα της μέρας οι στιγμές.















Το παιδί

Ένα που'γινε πολλά κι 
Ανάμικτα χρώματα
Σε μπαλόνι ουρλιαχτό
Που σε τραβά
Σπαθί χρόνου 
Ακτινοβόλο
Πάνω απ' τη χορεία 
Των εποχών
Κόκκινο που 
Σε τραβά
Αέρας
Μια παρουσία είσαι χαράς κι 
Άχρονο ακρογιάλι
Ω παιδί 
Πως συνδέεις στο νερό
Τους δρόμους κι  
Αστέγαστο ουρανό
Και μη σταθείς
Να γείρεις με βροντή
Εσύ το
Μουσκεμένο παιδί
Που γιατρεμό δεν έχει 
Ηχώ φωτός
Με στεφάνι πράσινα φύλλα
Από μητέρας στήθος
Και μια δεύτερη φωνή
Λεβάντα φρέσκια 
Μια ανάσα
Πιάσε της το χέρι να το κρατάς σφιχτά
Χάρτες τα φτερά
Καθημερινά 
Μια έκπληξη ο 
Κάθε προορισμός αυτού του κόσμου.


 






















Οι λέξεις προϋπάρχουν
της ύπαρξης από μητέρας.

Η κραυγή τους, δεν ξέρει αν κρύβεται
του θανάτου ή κρύβεται μέσα σ' αυτόν.

Και βγήκε το πρώτο δόντι,
φουρκισμένο πιλοτάρει ανάμεσα
σε θρανία και δαιδαλικά γλυπτά.
Να κάνει ελιγμούς αποφεύγοντας λέξεις
δεμένες σε καρφιά αυτοβελτίωσης.

Η ντουλάπα λέγεται
και φοριαμός ή ιματιοθήκη,
ανάλογα, που σκάζεις με τις λέξεις.


Δεν αλλάζω τα ηχεία μου



Σκοτεινά κατάβαθα ό,τι
δεν προσέχει τη ζωή
αλλά τη δράση της
σφυράει από το στήθος
το όνειρο,
το μόνο που απαντά
στις ερωτήσεις μου.
 























Από εκλάμψεις η επιθυμία
με χέρι που ψευδίζει
ελεημοσύνες ύψους αφίσας.
Μόδα από πειρασμό παλιά
που σπρώχνει σε καλή τιμή
μια ολοένα  
και πιο ριζική στέρηση
παράφωνα εαυτή  
και γίνεσαι τόσο εύκολα
κτήνος, όσο εύκολα κάνεις  
την αθώα περιστερά.
Να, έκανε ρίμα το ποίημα 
και θίχτηκε η ρίμα,
όπως κάθε τι άσκησης  
μες στον πυρετό
που χάνει το βήμα, μένεις 
με την άσκηση στο χέρι
και γεννιέται μια φιγούρα 
χωρικής μεταφοράς
που σε κοιτάει 
με τα δικά σου μάτια
και ζεις, εν τέλει,
με μάτια εξακρίβωσης στοιχείων.




Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρω
στον προορισμό. Μάζεψα φόρα
και βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέτας
που υψώνει τη φωνή τού αέρα
και κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτια...
Τίποτ' άλλο δεν ακούγεται, τίποτ' άλλο
δε με δακρύζει από έλλειψη.



















Το είδαμε το παιδί.
Έστεκε ορθό, 

στο τελώνειο άνοιγμα
στυλωμένο, μ' ένα τραγούδι
ορκισμένο στο ψωμί

που βάρυνε το ξένο -
το παιδί,
τι του καταλογίζαμε;...
κι ακούστηκε μια φωνή, 

ακόμα πιο αυστηρή: η φωνή του εγγονού. 

Tο σονέτο της  όχθης (στην ώρα τού κόσμου)




Κάτι από μέλλον μεταφέρουν
που το είλκυσε 
το σκάφος των λέξεων
απέναντι του ποιήματος  - 
σκόνη-σκόνη την πήγανε 
την  όχθη 
σκορπισμένοι, λιώμα...
Μια εικόνα ρέει κυματούσα 
που ζει στο ρολόι, ως χαλίκι κόντρα -
δυο νησιά, που πλέουν πέρα, 
καπνίζουν λήθη απ' το ίδιο τσιγαρόχαρτο,
τ' αθύρματα των σύννεφων, 
                                                   το βλέμμα.

Aντί επιγράμματος





Δεν πειράζει, χωρίς κραγιόν
Bούτα στο απαρέμφατο πεθυμιά αχαλίνωτη
     Και βάψε τα χείλη.

Τι όμορφη...
Τι παραφορά...

Ας γδύσουμε τώρα τις συλλαβές
    Μία – μία.
σονέτο απουσίας




Έμφανίζεται με φαντασία 
από θέλω επιθυμίας 
όσο μέσα σ' αυτό
που ξεσφίγγει θηλιές καπνού 
κι αγέρι έρχεται και μου φυσά
σα μια σημασία τα μαλιά 
που γελά, η ηλιαχτίδα
και τη νύχτα γελά 
που κάνει προβολή
στο στήθος η απουσία 
και βαραίνει
κι ο τελευταίος στίχος
ω φως γυμνό,
φίλτρο απαγίδευτο
της παρηγοριάς μου φως.

Tο σονέτο του βινύλιου




Πριν έβαλαν
το πικάπ να παίζει,
δεν θυμούνται τι
κι έξαφνα το μέσα
θέλει, γεννήθηκε
απ' ένα σκρατς στο βινύλιο.
Σκόπελος η ντο 

κόλλησε τη βελόνα
στο εσύ,
μέσα εκείνος
ακούει απ' το μη.
Η σολ τού πέλαγου 

εκείνη,
μ' άροτρο χέρι, 
οργώνει το νύχι.
Το άσμα το μπλοκέ

λεύτερο που 'δινε μοτίβο
στο εσύ κι εκείνη,
θέλω κάρπιζε στο μέσα,
ήχος ωμός, φορτωμένος φως
μίσχος απ' αιματωμένα χείλη.