La pietà


Ένα ρόδο κάνει περιπάτους
ανάμεσα, εκεί που στέφει
θάνατος το έλεος

Ο καιρός περνά στης αναμονής
την αίθουσα και χαιρετιόμαστε
ακόμα άκοποι του ψαλμού 
κι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωμα
της χρονοπιέτας,
ο καθείς και τα όπλα του
στου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο.










σε μοτίβο Ταρκόφσκι



Από το δάσος
των γεγονότων σηκώνονται
τα μάτια σε μαύρα πανιά
και διασχίζουν κρεμαστάρια
με σφαχτά και χάνονται στα χρόνια,
φτάνουν στους γυρολόγους
της ιστορίας για να ψωνίσουν
από τον πάγκο φυλλάδια
για χαλάκι καλωσήρθες αυτής της πόλης -
μυριάδες μορφές, οικοδεσπότες
με τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσης
του πραγματικού αψηφώντας
το κασκόλ τού βασάνου του.

Απ' το μελανό σημείο
του ουρανού βρέχει μέλλον
στη τελευταία χούφτα τής γης
και τρέχει ένα σκυλί, κινείται γύρω της,
κάθεται στο πλάι
και με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο...

Γυρίζει, στρέφεται,
τούτο το χώμα τρέφεται
που στάθηκε, ήπιε μια ρακή,
στίχους και ακόρντα πελαγίσια.

Περίμενε...
κι ακόμα περιμένει
επιπλέον μ' ένα κλάσμα πείρας
που 'φτιαξε και θάνατο οδυνηρό
στο ίδιο του κρανίο,

ένα σύμπτωμα
από φύσηγμα,

το φύσηγμα αυτό
στο σκουριασμένο ακόντιο
ν' αλλάξει το σβέρκο στα βουνά
για να στραφούν στο μέλλον.
...κι ένας περνάει και χτυπάει
βαρύ ταμπούρλο μ' ένα αλλήθωρο μάτι.


























Από τα έφηβα πρώτα έρχεται
μαρκάρω το σημάδι,
             Κέντρο.

Τον στέλνω και πάει πάει
στου συρματόσχοινου
στα όσα μέτρα σηκώνεται το μάτι,
στο κλεισιοσκόπιο
             Στόχος.

Από ορθή γωνία
άνεση - αναπνοή - σκόπευση

εκπυρσοκρότηση
και μέσα λαμποκόπησε
στο σκοτάδι δεν ονειρεύομαι,
             Φως!

(ακόμα συμβαίνει να φανταστείς οτιδήποτε)

Πίσω η σκιά, σε κατάσταση χάρης
ζωγράφιζε τραγίσια πόδια.



χρονοτράπεζα



Είδα στα μάτια μου
κι έσκαψα με το πατητό
και σήκωσα από 'κει μέσα
δάκρυα που βυθίστηκαν
από κοντάκι διευθύνσεων.

Τα έκανα παράτα να ξεπλένω
του χρονικού τη σκόνη·
πιο πέρα, να 'ναι ορατές
μορφές...
Ω, πως αναπηδούν
σε μια κλωστή καπνού!

Μια φωνή μιλάει,
μιλάει απ' ένα νυχτέρι μέθης
καρφωμένη στου χρυσόξυλου
το απροσδόκητο
κι όλα όσα βλέπει, βαδίζουν, γιατί
δεν θυμούνται τι είναι οι πόνοι·
το στέρνο όμως...




το σονέτο του σπασμού


Ποτισμένη η κάθε του πληγή,
με ρίζες που διψούν
κι ανασταίνουν φύλλα
να τα χορταίνει αέρας
στο πιο ψηλό κλαδί

Φορές πολλές
τον τύλιξε η πειθώ...
ο ήχος της
που φανερώνει τραγούδι
αυτό που τραγουδά
όταν ο σπασμός στεριώνει,
σελίδες αποκάλυψης γυρνά

... και τραγουδούσε, 
μέσα της ξανά
και πάλι και πως αλλιώς να κάνει,
εκείνος!... ο σπασμός,  
που 'ξερε και τις πληγές
να τις χορταίνει ζάλη.

 

















Βάδισα εικόνες και καλωσήρθες
από τόπο σε τόπο. Όλες μου τις ενέργειες,
πότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς.

Όλα, μ' ένα χορδιστό χαμόγελο
σπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνα
να στέκει στο πλατύσκαλο -
προστασία στο αντίστροφο του χρόνου.

Όσο κι αν σε μαζέψω,

όσο κι αν κεντηθείς σταυρωτά
στεκούμενα νερά μη σε ματιάσουν,

όσο καθαρά, αλφαβητικά,
χωρίς μουντζούρες θε να σε στήσω,
ξανά και πάλι ανανεώνεσαι

γαμημένο ευρετήριο -
έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω...



ένα βέλος που σφυρίζει


Ένα φύσημα λαχτάρες
στο κοχύλι και του επέστρεψε
ένα φθινοπωρινό λουλούδι
να κατοικήσει το συρμάτινο Χειμώνα.

Σε απόσταση ακοής
ξεπρόβαλε καλλίγραμμο ρίγος
μισό φως μισό από το σωπαίνω.

– Το όνομά μου, δεν έχει σημασία,
περπατάμε κι όπου βγάλει;

Κρύες πέτρες και στιγμές ζεστές
στο γεφύρι της αβύσσου.

 
















φως του πρωινού
Ούτε που σαλεύει
κρεμασμένος απ' τα έγχορδα
που παίζουν ό,τι κονιορτοποιεί
του βέλους τη σκοπευτική γραμμή.
Πολυχορικό με άρπισμα
και κιθάρες, εικονογραφεί
το άχθος τοπίων που δηλώνει
το κράτημα από τα δέντρα,
καντέντσα το βιολοντσέλο
απ' άλλο ύψος επί της αρμονίας
σπρώχνει το κοράκι
του νικημένου σώματος
στο κοινό τσουκάλι.
Πόσα ξέρεις, φως του πρωινού...