Bόρρισμα, 2014 (ISBN:978-618-81561-1-1)



Ο Θεός σου
πιο κοίλος από το διάστημα
κι ακόμα πιο Θεός
που λαχταρά ερωτηματικά
και τραύματα!

Το τραγουδούν τα ποιητικά,
το ίχνος παλίρροια το ίχνος κομμάτι ορμητικής
λέξης κι ας έμεινε αστόχαστη
που ανυψώνεται σε Είναι και Λέει
τις κουβέντες ανάποδα, είναι
και παρουσιάζεται και υπογράφει
το γυρισμένο της κεφάλι
τις συνέπειες συντροφιάς από ύψος αλήθειας

Κοίτα πώς γλιστράνε οι λέξεις
στην αλήθεια, λέει ο μοναχικός
συνοδοιπόρος εξαντλημένος

Και χάνει ένας την ψυχραιμία κι είναι ο ορειβάτης
από ξαφνική ομίχλη και ραγδαία βροχή
που στροβιλίζεται και τον λασπώνει φριχτά
και γίνεται η δυσκολία, ένας ορθοστάτης
ένας με παγωμένα χείλη μια φύση ρυακιών 
που σε ακολουθεί στην ψεύτικη διεύθυνση

που 'χει τον πρώτο λόγο στη σιωπή και τη δικιά σου
ακόμα που της σκορπά ό,τι της έχει γραφτεί σε ύψος

και λέγεται αυτό «βόρρισμα σταράτο».


Σώματα




Οι παλάμες                                                                               
ένα
σύρσιμο
κάποια
χορδή
γόνατα

ο πόνος                                                          
βαθμιαία
πόνος

το κεφάλι
αρπαχτικού
η κάθετη
πράξη,
μείνε εκεί,

τραβώντας
ώρες
απ' το στομάχι
μάτι
σαρκοβόρο
αναπνοές
εκείνα
τα πέδιλα
γυμνά

τώρα
διαδρόμους
σκαλιά
κρύους
τοίχους
μνήμη
εμποδίου
σαν εμπόδιο

μετά στο χορτάρι,
χώμα,

στο χώμα
φροντίδες
κι ένα
«θέλω»
σημάδι σφυγμού
κι από

τανυσμένες κρούσεις
δέντρα
και δέντρα ακόμα.






Τα γρανάζια αυτάρκειας
μ' έχουν να πεινάω διαρκώς,
πείνα! σε μια Γη
αφθονίας όλο
μ’ ένα θαύμα νέο
να χαυνώνει μέσα μας
η πείνα,

νέο σε ξεκινά ίσιο
κι άτρεμο καπνό
κι αυτή η πείνα
αυτή,

που ροκανίζει
με παλμώδη επιθυμία
τα κόκαλα και γράφουν
το βιβλίο της ζωής,

η πείνα, έντιμος λόγος για να ζεις
και φάε,

από τα δάχτυλα φάε… φάε…
είδα το πρόσωπό της
στον ώμο μου
και τα χείλη που ο ήλιος καίει
στην αλμυρή την πέτρα

φάε… φάε ό, τι ανθίζει οροφές
και φώτα
νίκης και πόρτες υποσχέσεων
και φύλακας κανείς

φάε,

μ’ εμποτίζει ο ήλιος
κι ακόμα εδώ αν σε τούτο
το σκοτάδι
φάε… φάε,  

με τρως κι αναπτύσσομαι.
 
 Ατλαντίδα
 
 













Όλα στη θέση τους
τα αρμυρίκια, τα πεύκα
οι φραγκοσυκιές
και από φτέρη
ακόμα είχε παφλασμό
και λύση   
στο στενό, χωρίς ιερή σημασία
ένα μονοπάτι περπάτησαν   
το δικό τους Συμπόσιο  
και το νερό ούτε καρδιά
στο στήθος
που από 'κει πέρα 
το δάχτυλό της
δείχνει συγχορδίες
και ώρες σε φτερούγες
ο αέρας από ψηλά, 

αιωρούμενοι
σε ρωγμή μουσκεμένη  
που σκαρφαλώνει στους βράχους 
κι έγνεφε καθώς στραμμένη ηδονή
προς τα κύματα
της ποτίζει
το γυμνό σώμα σε μάτια δίπλα του,

σηκώθηκε να τη συναντήσει…

Ρίξε δυο στροφές, δεν μας βλέπουν πια



Η λέξη που γέρνει
από τα στήθη μέσα
γέρνει και βαδίζει
δεν φτάνει στον εγκέφαλο, τραβά
για το αόρατο θεμέλιο
από καθαρή ματαιοδοξία
να μου χτίσει τίτλο
Και βλέπει τη λέξη
μια άσπρη αρτηρία
γενετήσιου πηλού,
μια μαρκησία μύτη
με δέρμα σε παρένθεση -
το ρήμα με
το κοντό ποδάρι, με δικάζει.

«Θα συνεχίσω να γράφω,
μέχρι να κρεμάσω
τη γύμνια στην καρέκλα».

 



























Περνούν τα χρόνια
των ανθρώπων
και κάθε μέρα
εκεί που πρόβαρε
τη μέρα
πρόβα πορείας γενική
η κάθε μέρα και μια μέρα
κι άνθρωπος αυτός
δεν φτιάχνει η μηχανή

στη βάρκα που 'σκασε
η προπέλα μπλεγμένη
σε φύκια κι από άμμο
ζορισμένη
για να προσφέρει την ψαριά

φιλότιμο
είναι βάρκα που πάει
και με κουπιά,

χτυπώντας
τα κουπιά τραβά απ' το δέσιμο
το σάρκινο σκοινί
χτυπώντας
τα κουπιά και έτσι σαν
τους καρπούς ωραίων ονομάτων

χτυπώντας
τα κουπιά ξυπνάω
από νερό στα μούτρα.

















Η φωνή και Αψίδες



[Η φωνή]




Δεν είσαι από άγαλμα
και φεύγω από σένα
ρουφώντας
τις πισώπλατες σταγόνες
με λαχτάρα
απ’ το φως
το ζωντανό που με εξουσιάζει είμαι
και σε γεννάω
σιρόκο
κι από πληγή σ’ αδειάζω
και το σώμα σου
που λύγισε
της ανατολής καβγάς είμαι,
και μάντεψε,
ποιος είναι;



Αψίδες
(Ο πάνω απ’ τη φωνή)
 


Δρόμος μισός μες σε θάμνο πυκνό, ο εύθραυστος που τραυματίζεται
    Ακόμα κι ήρεμες αναπνοές.

Περπατημένος ο από βουνά είσαι που ξέθαψε
    Το άμεσο βλέμμα.

Σκοντάφτεις, ένα ανοιχτό από τα σωθικά
   Η κραυγή,
Βροχή διαπερασμένος…

Ανάβεις φωτιά, οι σκιές που βλέπεις έρχονται  
   Σε αργή φυγή.

Γόνιμη αλητεία, ακατέργαστη ενέργεια
Ένα μουγκρητό υψώνεται,
   Όχι, αρμενίζει.

Τα στάχυα γένια κι ο δρόμος
   Βλέμμα σου που μεγαλώνει κι όλο…

Δεν σκέφτεσαι, κρατάς μονάχα τη στιγμή,
Την περνάς στη βελόνα και ράβεις το αύριο
   Της επιθυμίας πάνω σου.

Τραβάς το χερούλι της αντλίας 
Στο φως ασκείται απόσταση κι ανάγκη.

Τι θα πει φως
Η πετριά, μια πετριά μ' αθόλωτο μάτι.

Διάβαζεις, φιλοσοφία από μικρό παιδί και τώρα, ακόμα...
Δεμένος χειροπέδες έχεις καλύτερες ιδέες.
   Να, ξαφνικά αυτή η ασυναρτησία.

Βγαίνει ο ήλιος τον πλακώνει, βαρύ ένα σύννεφο νερού
Το βράδυ ατομικός κάλυκας γεμίζει απ' τη σελήνη,
   Ξέχασα τι ήθελα να κάνω…

Μπροστά και χάνεις ένα βήμα
Κι εκεί, βρίσκεσαι θνητός.

 
υγ: από ανέκδοτη συλλογή που ετοιμάζεται...