Από αινίγματα στους παλμούς

Ό,τι έσπασε από το εγώ του ποιήματος
το ήπιε 
βλέμμα ζωγραφιάς, βγήκε από την ακουαρέλα
χώμα τραχύ, κάθε σχέδιο
με ανατολή από κουβέντες
ως τη δύση της προηγούμενης εβδομάδας 
που ήταν κάποιος εδώ
— ξέρει πιο πολλά από μένα 
απρόσιτος μένει;

Σκάβοντας στο ορυχείο του μαρτυρίου
την ύστερη πνοή του ένα ρίγος της άρνησης 
εμφανίζει την τελευταία ελπίδα.

Οι εκκρεμότητες της ροής στη θέση τους.
Το άλμα στο άγνωστο — σώνει και καλά.
Η στοά, που γεννά η συστροφή απ'την αυγή
νεκρές προσευχές.

Ο λύχνος μετέωρος διανύει τον ικανοποιημένο πόθο.
Τινάζει τα πέταλα του άνθους 
που έσπειρε στην αγωνία την άφιξη εικόνων.

belvedere





Ο ρυθμός του φάρου εμφανίζει και εξαφανίζει τον κυματισμό. 
Έχω έρθει από πολύ μακριά σ' αυτό το ακρωτήρι.
Τι θέλει από μένα;
Αυτή τη στροφή φωτός, την πιάνω την χάνω. 
Παιχνίδι;

Η θάλασσα έχει τον δικό της ρυθμό. 
Σωρό τα κύματα νερό, που σκάει στα πόδια μου. 
Μερικές φορές πολύ πιο πέρα από την ακτή, θρυμματίζεται
επιζητώντας άνεμο.

Η νύχτα εδώ ξεμακραίνει απ'το παράθυρο την κερασμένη ματιά.
Άφησε λίγο αλάτι κι ένα κλωναράκι δάσους να χαϊδέψεις. 
Να το χαϊδέψεις, που κατά τον ορίζοντα διαλύομαι σε χίλια πράγματα.

Ασυνήθιστη συνάντηση


Είναι το ηλεκτρονικό ίχνος 
του γείτονα μέσα από του καλωδίου τη μοχθηρή σκιά.

Ό,τι δεν είμαι, ό,τι δεν θέλω, μπήκε από την πόρτα σαν αυτές 
που ανοίγουν και γεννιούνται οι γεωγραφίες ιππεύοντας 
σύννεφο μιας ερχομένης ομίχλης.

Πώς να χαθώ; 
Η σήτα θυσιάστηκε ήδη από το νύχι 
του γάτου σ' ένα κύμα ξενοιασιάς. 

Είναι 
καιρός ν' αφήσεις τον ελαιώνα;
Εσύ 
δεν ζήτησες χαρακτηριστικά καθορισμένα;

Σε κάποια καπετάνισσα ώρα
ξένος τόπος μπορεί να σε δεχτεί. Και είναι μάταιη 
η αποφυγή του.
Εγώ θέλω μόνο να ξέρω γιατί, ν' ανοίξει η πύλη 
στον τρύγο της αβύσσου.

Οι συμφωνίες μιας απούσας επίσκεψης





Η φύση του γύρισε την πλάτη 

και με κάθε τι που περνούσε μέσα από χαμόγελο 

συνέχισα την πορεία μου. 


Είδα μετά από λίγες γραμμές που αρμενίζουν

απ' όνειρο σε όνειρο στα κλαρωτά μαλλιά μιας κυρίας 

με σκουφί αρχαίο. Συνέτρωγε μαζί με τον αθέατο 

επί του σεναρίου στίχο μες στη γραμματική που λάμπει

από το φως των τραπεζιών και το τελαρωμένο βυζί

της πόλης όπου βρίσκομαι.


Δεν κατάλαβα πως με προσπέρασε 

ο δραπέτης εαυτός  

και ακόμα τρέχει σαν καπνός από κερί σβησμένο

μη και τον προφτάσει ο γοργός των αποστάσεων 

εφιάλτης. 


Πέρασε μέσα από τις σκιές των στίχων.

Τους φωτογράφισε σε πόζα ανάμνησης και έστρεψε 

την αιχμηρή γωνία κάθε αποφασισμένου τραγικού. 

Εκεί σαν δρομέας τον έπιασα μ' ένα κύμα γέλιου.


Βρεθήκαμε οκλαδόν αντικριστά όπως παλιά. 

Σπρώχνουμε 

ασήμαντες ζωγραφιές - με τα χέρια στην πρόταση -

ποια εικόνα θα χωρέσει μες στη ζωγραφιά 

του άλλου για να 'χει λίγο χρώμα παραπάνω 

το κενό τοπίο.


Κάποιου το αυτί έπιασε τι λέγαμε και αναστέναξε 

με δύναμη χωρίς προβολή στήθους κι ουρανού.


Τώρα μπορείς να γράψεις το ποίημά σου. 


Απ' αίνιγμα σ' αίνιγμα (β)

 




στ'

Πέρασαν τα σύννεφα της αποθέωσης 
Ηττημένα
Παραδώθηκαν στη σκιά τους

Ηλιακό δάκρυ για προσκεφάλι
Όραση με λαμπτήρα προσμονής στο
Νερό που καλπάζει στην πέτρα

Περιστέρι στο χρώμα των νεκρών
Αμίλητα πρόσωπα σαν δρόμος πολέμου

Μια παιδική ζωγραφιά - καρδιά
Και στάχυα άτριφτα στ'αλώνι

Τώρα μπορείς να βαδίσεις

ζ'

Ξοδεύουμε μαζί τις ώρες μας
Το τοπίο απλώνεται από το βάθος του ματιού

Μαθαίνω να βλέπω
Αυτή την όραση μέχρι να κρυφτεί
 
Δεν ταιριάζει σε ό,τι βλέπει 
Σαν να 'ναι αντικλείδι

Μια γιορτή στην ύπαιθρο εν μέσω πτώσεων 
Βάζει το βέλος στο τόξο

η'

Η συγκέντρωση στη φεγγαρόφωτη πλατεία διαλύθηκε
Τα μικρόφωνα με μια προφυλακτική χειραψία
Απομακρύνθηκαν χωρίς να μιλούν

Οι καμαρωτοί φωτισμοί κατέβηκαν τη σκαλωσιά και 
Συνόδευαν την αποχώρηση

Μ' ένα βιολάκι λέξεων μια κάποια οικειότητα
Ένας αστείος τόνος μοιάζει με μπαγκέτα ντράμερ και 
Χτυπάει τα ξύλινα πλευρά του ηχείου

Συνεπαρμένος απορούσα σαν κιθάρα δίχως χορδές
Που ξετρύπωσα από μία αποθήκη
Τα πάντα γίνονται
Ας ηχήσει



Απ' αίνιγμα σ' αίνιγμα (α)





α'

Το φως διάκοσμος στη μέρα
Φυλάγοντάς το γι' αργότερα

Οι ίνες των λεπτών τινάζονται στο ρολόι
Κάποιες ώρες βαπτίζονται από τη φασαρία

Δεν είναι μόνο ο ιστός που παγιδεύει
Κι ένα ταξίδι δοκιμάζει την φυγή

Ο χρόνος σ' ένα δισταγμό έχασε τους δείχτες
Επιστρέφοντας  το φως στη σιωπή

Έτσι κανένα καλούπι δεν πήρε το σκήπτρο
Του σύμπαντος σε γκρίζα μέρα

Αυτός όμως ήταν η όψη 
Με βλέμμα που αδειάζει μέσα στους κάμπους

Η τωρινή σκιά

Το μοναδικό σημάδι σε μαύρες γωνίες
Ανάμεσάς σας αιώνια πτώση σαν εμβατήριο
Με παλλόμενα φτερά

β'

Κανείς ουρανέ κανείς
Το σύννεφο σε στρώματα από τη γη στον διψασμένο
Ουρανό

Το πρόσωπό του δεν μπορεί να το κρύψει
Ύποπτος ως κι ο ουρανός;

Κανείς ουρανέ κανείς χωρίς όπλα
Στον Γολγοθά του σύμπαντος

γ'

Οδήγησε όπως οδηγούν οι ανοιχτοί ορίζοντες
Μοιραίοι από παλιά σκαλιά
Στριφογυριστά, πριν υπάρξει ο χρόνος
Με χρώμα του αίματος στο ριγμένο φυσίγγι

δ'

Βρεθήκαμε στο άπειρο παιχνίδι
Όπου ο τοίχος διαλύεται σε στάχυα

Ο φλοιός της γης αντιφεγγίζει
Την ορυκτή της γέμιση 
Τώρα βρέχει
 
Σκεπή

ε'

Οι καλπασμοί στο πέταλο 
Των καλπασμών
Κολλημένος τροχωράω
Στην κινούμενη άμμο 

Τα σύννεφα ας εκραγούν
Στον πνιγμό τους 
Ο κεραυνός στην ηχώ του
Και αυτό το όνειρο στο χώμα του ας επιστρέψει

Από την άλλη μεριά, ο πατέρας μου






















Μια ανεμώδης ριπή φιλτράρεται από το χωράφι. 

Το στήθος του φουσκώνει - με ρυθμό εαρινού τηλεγραφήματος,


Η σκέψη μόλις έφυγε από τη ζύμωση.

Εμφανίζεται στο αίμα - ο άνθρωπος της όρασης.


Ο βάτραχος με τον κρουστό λαιμό.

Χωρίς φάλτσο κελαρύζει ένα ρυάκι.


Κάπου ανάμεσα στις ελιές, ο κανονικός σφυγμός

Θροεί από χώμα και πέτρα. Μόλις πήρε σχήμα 

Ένα πουλί και φλογερίζει μόνο του.

(είναι στη φύση κάτι μόνο του;)


Τίποτα. Ένα ΤΙΠΟΤΑ δεμένο στον κορμό 

Των ηλιαχτίδων. Λίγο πριν διαλυθεί από το σφίξιμο

Στο μονόξυλο της κουπαστής.


Ο νεκρός κωπηλατεί. Χωρίς κουπί, από μέσα.



Πνιγμός




















Η νύχτα πέφτει αργά. Κλείνει στα φτερά αμίλητων πουλιών. 

Περιμένει με τον εαυτό της κι ένα βήμα στιγμιαίο.


Εδώ είναι Μεσόγειος. 

Το πέλαγος ανοίγει τη μοίρα του που γυρίζει το κεφάλι από την άλλη.


Είναι στον δρόμο της και πάλι - μέσα

Έξω και πάλι μέσα. Σ’ ένα ζευγάρι πέδιλα η κόρη του Νηρέα.


Οι δίαυλοι δεν ηχούν τον εαυτό της. 

Μια κλήση σιωπηλή, ή όπως είναι το φιλί του Ιουλίου.


(κι έδειξε με τεντωμένο χέρι το κοίλον του ορίζοντα), 

Δίπλωσε το σύννεφο και έκανε κατάδυση προς κάθε κατεύθυνση. 


Στο πιο γλυκό κλαδί της ροδιάς κανείς δεν ορίζει 

Για σημαδούρα ακίνητη. Όσο μιλούσε... βρέχει στη λήθη. 


Ενάντια στο σκόρπισμα του αέρα τα δέντρα συναρμολογήθηκαν.

Νέο τοπίο από τις σπρωξιές της Πίνδου Δυτικά.


Οι βροχοπτώσεις αρκετές. Θρηνούν.

Μια προσωπική ιστορία λεηλατήθηκε στην Κορινθία.


Άνοιξε το παρελθόν χωρίς επιστροφή. Άφησε το μολύβι να  κάθετε ήσυχο. 

Ο σεισμός οδήγησε την Ακροκόρινθο να χτίσει νέα πόλη.


Το νερό στο αυλάκι της αυριανής ημέρας. Η Θεσσαλία
Ποτίζεται σε μελλούμενες γενιές;


(και η φύση του χωραφιού φωνάζει από το χώμα της)

Υπάρχει κι ένα πλοίο!
Στο καλειδοσκόπιο με αόρατο ιστίο. Με βρίσκει στον Ευβοϊκό

Να κολυμπώ με την σκαπάνη του ανθρακωρύχου, χτυπάω τον μπλέ ουρανό

Και στα φτερά τους με τα μεγάλα μάτια, σαν ιπτάμενοι διάκοσμοι,

Πεταλούδες στο φως.

ποιήματα*



1


Χρώματα στο φως του πρωινού ήλιου

Τα πινέλα στις ρίζες των δέντρων,

Πρόσφορο έδαφος σε σχήμα προσώπου.


Μόλις αποσύρονται οι παρατηρητές

Του ωραίου και είσαι χαμένος,

Ο τόπος δωρίζεται εκ νέου σ' αυτόν που αναμένει.


2


α'


Ένα σημάδι σφυγμού στο ρίγος του Χειμώνα

Διάβηκε το κυκλάμινο κι ύστερα έσπασε

Σε φως, τρώγοντας λίγο

Άγριο χορτάρι - τα λευκά τείχη έπεσαν,

Στην ησυχία του χωριού, λευκή μονοτονία.


 β'


Το χιόνι ύψωσε το κρύο χτυπώντας

Τις φτερούγες του βάλτου -  τινάχτηκε το ρυάκι

Από τον καθρέφτη του και κύλισε 

Το ειδωλό του μοναχό, ή γέρνει την υδάτινη

Ροή του στην τάφρο των ονείρων;


Στο στρίφωμα του ιπτάμενου σμήνους

Ένα ξερό καλάμι με το δισάκι του

Τραβάει για την Ιθάκη.


γ'


Αργά σήκωσε το κρύο του ο Χειμώνας, 

Στην πύλη της Άνοιξης 

Μια ανάλαφρη αψίδα δροσιάς - νιώθεις, 

Ότι οι εποχές 

Θέλουν το καλό μας.


Οι Βαλκυρίες στου Βάγκνερ

Το σιδηροδρομικό σταθμό.


3


α' 


Ό,τι που δίνει και απαρνείται

Τα μέτρα, προηγείται,

Έρχεται από την εστία της καρδιάς


Από την φωτίζουσα φλόγα

Που αποσύρει την επιφυλακή της

Έχει ένα τοπίο - διαμονητήριο


β'


Δουλεύουν με τα σαγόνια

Της παρατήρησης, πίσω από τον ερχομό

Φλογερίζουν υγιή και χαρούμενα

Θέρετρα παροντικά - ας μείνουν εκεί

« Ποιοι όμως είναι εκεί; »


γ'


Ψηλά στο κατώφλι ένα στρογγυλό γύψινο 

Η άβυσσος του ήλιου.

Στιγμές - στιγμές βλέπεις την ζητούμενη

Επαλήθευση του ματιού.


Ένα μέρος που λέγεται ασβέστης

Αλλάζει το νερό σε χρώμα.


Η σελίδα είναι έτοιμη.

4


α'


Ένας βράχος από άλλη νήσο

Ήρθε σε αυτή - από το ταξίδι του

Ρηγματώθηκε βαθιά.


Η θυελλώδης Σίκινος αιωρείται

Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.


« Πως πάμε; »


β'


Χτισμένη στο δίκαιο μέτρημα με τον αέρα. 

Η Αμαρυνθία πέτρα

Έδεσε την ακτογραμμή της - στην Όχη,


Το πριόνι του ήλιου από υγρό πυρ κόβει τους κάβους. 

Ο κόλπος κυματίζει από το πέταλό του 

Συμβάντα βυθού. 


Σάλπαρε γι' άλλο νησί, στα Στύρα, του Μεγάλου Ρέματος. 

Οι θέσεις των πύργων το μαρτυρούν, όπως και τα θραύσματα 

Από μελαμβαφή αγγεία και επιτύμβια λατομεία.


Ποιος ξέρει τι πρόκειται να μοιραστεί

Ο Καστανόλογγος με τις πετρωμένες σκιές.


Πλήθος βαρομέτρων και υδροχαρή φυτά,

Απ' τ' άρμενά του ο Καφηρέας με το γλωσσίδι

Του φάρου να σπάζει την περιστροφή του στα Δρακόσπιτα.

 

Η αφροδισία Κάρυστος παλεύει με τα δίχτυα της. 

5


α'


Σκέφτομαι πως ο Έβρος θα είναι κιόλας

Τυλιγμένος μέσα στο ηλιάνθεμο χρώμα. 


Το δάσος κάηκε - η Δαδιά με τον Βασιλαετό 

Και τον Μαυρόγυπα, έκπτωτοι 

Κάθονται στην πορφυρή όχθη. 


Ένα φεγγαροσταχτόνερο κυλάει 

Στο Αινήσιο δέλτα - μάτωσε το ποίημα.


Το πεδίο μάχης νεκρό.


β'


Το σταφύλι εδώ αργεί να ωριμάσει,

Τα νερά παφλάζουν μακρόσυρτα 

Στη Σαμοθράκη.


Το Σάος κρύβει το φεγγάρι του. 


Στα ιερά των Καβείρων με βρήκε η νύχτα, 

Πλαγιασμένο - έτοιμο για εκτόξευση.


6


α'


Από το φαράγγι του Ενιπέα τρέχει η βρύση

Του βουνού στα χείλη,

Πιο πάνω ψέλνουν οι βάθρες - κρατήρες του ποταμού

Που αναβράζουν το χιόνι.


Ο Ιθακήσιος καταδικασμένος από την ομορφιά,

Ζωγράφιζε στην σιωπή της πέτρας 

Το Βραχοχελίδονο - σκορπίστηκε το τοπίο

Μέσα στη φυλλωσιά του.


β'


Στο μωβ άνθος του το γιάνκεα, 

Τη ρίζα του κυλάει μες στη ρωγμή του βράχου.


Φυλάει μαζί του: την χάρη των δέντρων,

Τον σοβαρό ίσκιο του Μύτικα,

Το κυνηγημένο όνειρο του ασημόγλαρου,

Στη φωλιά του ο ορειβάτης σκεπασμένος από την ομίχλη,

Ένας χιονοστρούθης κάνει σλάλομ στον αλπικό του ώμο.


Της χαράς 

Η μόνη δύναμη καρφωμένη στης ανάβασης το χώμα. 


Τίποτα δεν χάνεται ως την κορυφή - σε βρίσκει ατελή.







* (2η ενότητα ιδ. συλλογής)

Συναντήσεις














Καμία νότα δεν είναι λάθος

(Ούτε περισσότερο σκληρή) από τη λαμαρίνα.

Βρέχει ήχους απ’ άστρο που κυλά  

Από τη μία και πέφτει στου νεύρου της

Τον έλικα από την άλλη.


Έχει πλαστεί ο εκτελεσμένος της βροχής

Και δένουν τα φυτά στην πρύμνη του κήπου. 

Η λιακάδα θρέφει τη ρίζα στον κόσμο της νηνεμίας

 

Μια στιγμή γης εντελώς διάφανη από στολίδια

Αναπτύσσει το καθάριο θαύμα,


Σ’ αυτή τη νέα εποχή, της αυλακωμένης πλώρης 

Για να τρέχει ο χρόνος στο κατάστρωμα -  

Με ολέθρια όρεξη ο μεταμφιεσμένος.


Το απόγευμα η χλόη φουσκώνει για τελευταία φορά 

Τα σωθικά της πριν καθήσει στο σεντόνι της 

Η εκπνοή της. Άγγιξέ την…


Στο γύρισμα του παρονομαστή που οι πράξεις τον στήνουν 

Σαν κλεψύδρα πληρώνοντας φόρο,

Μνήμη ξεσπιτώσου.

Προσωπογραφία















Αυτή η εποχή

Μπήκε με τη σκαμμένη της ζωή

Στο περιβόλι. Οι ευωδιές ανεγείρονται

Από μία διάφανη μπάντα.

Διαποτίζουν ένα σύστημα αρτηριών. Μέσα

Από το πράσινο χρώμα τους  

Βέλη εν πτήσει τα χορταράκια του

Κι αυτό ήταν όλο.


Σήμερα δεν γράφονται οι λέξεις, δοκιμάζονται: 

Σ’ ένα κοκόνι

Που το γαύγισμά του κεντά  

Ένα γύρω - γύρω το χωριό, επίμονα

Σε θαλασσί βελονιά ένα αερικό.

Δοκιμάζονται: 

Στον αγρότη που γύρισε σπίτι,

Έσπασε από την κούραση κι ο γιος έχασε

Τον δρόμο στην πλευρική του αρτηρία

Που είναι σημαία στο χωράφι κυματίζοντας 

Χτύπους καρδιάς.

 

Εδώ δεν έχει σώματα. 

Δοκιμάζονται σαν κείμενο που δεν έχει τελειωμό.


Μπήκε το σκοτάδι με ρωγμή, ενώνεται με τη σκιά της

Και απάντησε χωρίς να ερωτηθεί: μην κάθεστε εκεί,

Με λίγη υπομονή αλλά με θέρμη

Καταγράψτε ό,τι από τις λέξεις δεν συμβαίνει.