Απ' αίνιγμα σ' αίνιγμα (β)

 




στ'

Πέρασαν τα σύννεφα της αποθέωσης 
Ηττημένα
Παραδώθηκαν στη σκιά τους

Ηλιακό δάκρυ για προσκεφάλι
Όραση με λαμπτήρα προσμονής στο
Νερό που καλπάζει στην πέτρα

Περιστέρι στο χρώμα των νεκρών
Αμίλητα πρόσωπα σαν δρόμος πολέμου

Μια παιδική ζωγραφιά - καρδιά
Και στάχυα άτριφτα στ'αλώνι

Τώρα μπορείς να βαδίσεις

ζ'

Ξοδεύουμε μαζί τις ώρες μας
Το τοπίο απλώνεται από το βάθος του ματιού

Μαθαίνω να βλέπω
Αυτή την όραση μέχρι να κρυφτεί
 
Δεν ταιριάζει σε ό,τι βλέπει 
Σαν να 'ναι αντικλείδι

Μια γιορτή στην ύπαιθρο εν μέσω πτώσεων 
Βάζει το βέλος στο τόξο

η'

Η συγκέντρωση στη φεγγαρόφωτη πλατεία διαλύθηκε
Τα μικρόφωνα με μια προφυλακτική χειραψία
Απομακρύνθηκαν χωρίς να μιλούν

Οι καμαρωτοί φωτισμοί κατέβηκαν τη σκαλωσιά και 
Συνόδευαν την αποχώρηση

Μ' ένα βιολάκι λέξεων μια κάποια οικειότητα
Ένας αστείος τόνος μοιάζει με μπαγκέτα ντράμερ και 
Χτυπάει τα ξύλινα πλευρά του ηχείου

Συνεπαρμένος απορούσα σαν κιθάρα δίχως χορδές
Που ξετρύπωσα από μία αποθήκη
Τα πάντα γίνονται
Ας ηχήσει



Απ' αίνιγμα σ' αίνιγμα (α)





α'

Το φως διάκοσμος στη μέρα
Φυλάγοντάς το γι' αργότερα

Οι ίνες των λεπτών τινάζονται στο ρολόι
Κάποιες ώρες βαπτίζονται από τη φασαρία

Δεν είναι μόνο ο ιστός που παγιδεύει
Κι ένα ταξίδι δοκιμάζει την φυγή

Ο χρόνος σ' ένα δισταγμό έχασε τους δείχτες
Επιστρέφοντας  το φως στη σιωπή

Έτσι κανένα καλούπι δεν πήρε το σκήπτρο
Του σύμπαντος σε γκρίζα μέρα

Αυτός όμως ήταν η όψη 
Με βλέμμα που αδειάζει μέσα στους κάμπους

Η τωρινή σκιά

Το μοναδικό σημάδι σε μαύρες γωνίες
Ανάμεσάς σας αιώνια πτώση σαν εμβατήριο
Με παλλόμενα φτερά

β'

Κανείς ουρανέ κανείς
Το σύννεφο σε στρώματα από τη γη στον διψασμένο
Ουρανό

Το πρόσωπό του δεν μπορεί να το κρύψει
Ύποπτος ως κι ο ουρανός;

Κανείς ουρανέ κανείς χωρίς όπλα
Στον Γολγοθά του σύμπαντος

γ'

Οδήγησε όπως οδηγούν οι ανοιχτοί ορίζοντες
Μοιραίοι από παλιά σκαλιά
Στριφογυριστά, πριν υπάρξει ο χρόνος
Με χρώμα του αίματος στο ριγμένο φυσίγγι

δ'

Βρεθήκαμε στο άπειρο παιχνίδι
Όπου ο τοίχος διαλύεται σε στάχυα

Ο φλοιός της γης αντιφεγγίζει
Την ορυκτή της γέμιση 
Τώρα βρέχει
 
Σκεπή

ε'

Οι καλπασμοί στο πέταλο 
Των καλπασμών
Κολλημένος τροχωράω
Στην κινούμενη άμμο 

Τα σύννεφα ας εκραγούν
Στον πνιγμό τους 
Ο κεραυνός στην ηχώ του
Και αυτό το όνειρο στο χώμα του ας επιστρέψει

Από την άλλη μεριά, ο πατέρας μου






















Μια ανεμώδης ριπή φιλτράρεται από το χωράφι. 

Το στήθος του φουσκώνει - με ρυθμό εαρινού τηλεγραφήματος,


Η σκέψη μόλις έφυγε από τη ζύμωση.

Εμφανίζεται στο αίμα - ο άνθρωπος της όρασης.


Ο βάτραχος με τον κρουστό λαιμό.

Χωρίς φάλτσο κελαρύζει ένα ρυάκι.


Κάπου ανάμεσα στις ελιές, ο κανονικός σφυγμός

Θροεί από χώμα και πέτρα. Μόλις πήρε σχήμα 

Ένα πουλί και φλογερίζει μόνο του.

(είναι στη φύση κάτι μόνο του;)


Τίποτα. Ένα ΤΙΠΟΤΑ δεμένο στον κορμό 

Των ηλιαχτίδων. Λίγο πριν διαλυθεί από το σφίξιμο

Στο μονόξυλο της κουπαστής.


Ο νεκρός κωπηλατεί. Χωρίς κουπί, από μέσα.



Πνιγμός




















Η νύχτα πέφτει αργά. Κλείνει στα φτερά αμίλητων πουλιών. 

Περιμένει με τον εαυτό της κι ένα βήμα στιγμιαίο.


Εδώ είναι Μεσόγειος. 

Το πέλαγος ανοίγει τη μοίρα του που γυρίζει το κεφάλι από την άλλη.


Είναι στον δρόμο της και πάλι - μέσα

Έξω και πάλι μέσα. Σ’ ένα ζευγάρι πέδιλα η κόρη του Νηρέα.


Οι δίαυλοι δεν ηχούν τον εαυτό της. 

Μια κλήση σιωπηλή, ή όπως είναι το φιλί του Ιουλίου.


(κι έδειξε με τεντωμένο χέρι το κοίλον του ορίζοντα), 

Δίπλωσε το σύννεφο και έκανε κατάδυση προς κάθε κατεύθυνση. 


Στο πιο γλυκό κλαδί της ροδιάς κανείς δεν ορίζει 

Για σημαδούρα ακίνητη. Όσο μιλούσε... βρέχει στη λήθη. 


Ενάντια στο σκόρπισμα του αέρα τα δέντρα συναρμολογήθηκαν.

Νέο τοπίο από τις σπρωξιές της Πίνδου Δυτικά.


Οι βροχοπτώσεις αρκετές. Θρηνούν.

Μια προσωπική ιστορία λεηλατήθηκε στην Κορινθία.


Άνοιξε το παρελθόν χωρίς επιστροφή. Άφησε το μολύβι να  κάθετε ήσυχο. 

Ο σεισμός οδήγησε την Ακροκόρινθο να χτίσει νέα πόλη.


Το νερό στο αυλάκι της αυριανής ημέρας. Η Θεσσαλία
Ποτίζεται σε μελλούμενες γενιές;


(και η φύση του χωραφιού φωνάζει από το χώμα της)

Υπάρχει κι ένα πλοίο!
Στο καλειδοσκόπιο με αόρατο ιστίο. Με βρίσκει στον Ευβοϊκό

Να κολυμπώ με την σκαπάνη του ανθρακωρύχου, χτυπάω τον μπλέ ουρανό

Και στα φτερά τους με τα μεγάλα μάτια, σαν ιπτάμενοι διάκοσμοι,

Πεταλούδες στο φως.