Η πετρωμένη βελανιδιά που άνθισε
























Έλαμψε ο βράχος - στο πεντελικό νταμάρι

Κάτι ζωντανεύει.

Βρίσκει κάποιον και του ανοίγει 

Απροσδιόριστες

Σπονδυλωτές αλληλουχίες. 

Η καρδιά στην αναρρίχηση!

Τρέχει να προλάβει ν’ αρπάξει τις λέξεις. 

Αυτές αρνούνται το σχοινί. 

Αρνείται και το όνειρο αφαιρώντας πλάνη.

Ώστε έμεινε μόνος... τι πράος που είναι

Όταν ο χρόνος εκτρέπεται 

Από τον δρόμο του,

Που δεν είναι δικός σου, ούτε δικός μου,

Είναι του κόσμου και ούτε είναι…

Ας αιωρείται στο κενό, είναι για τη φαντασία.

Ένα μεσημέρι που τράβηξε γι' ανατολικά

 



Πάνω σε αυτό το σώμα που καθόταν εκεί - πιο σκοτεινός 

Συνδιασμός μοιάζει να μην έχει ξημερώσει. 

Αίνιγμα που έχασε όλες τις λύσεις.
Μάταιοι οι ψαλμοί στη μουσική, 
Στα λάβαρα με τ’άστρα -

Οι Ζάρακες έχουν λίγο δρόμο ακόμα.


Στον κολπίσκο με τις πεταλίδες μία οξεία 

Κραυγή.  - Όσφρηση όραση και ακοή. Τι ερχομός! -
Με γέλιο μαζί (είναι σαν χρυσαφένιος δίσκος) 
Απ’ ένα παιδί που παίζει με το κολύμπι του

Μας ανεβάζει 

Από τα βάθη ή σαν κουπί που υψώνει το κύμα.

Ο κάβος στη δέστρα του.


Ένας βράχος που έσπρωξε η θάλασσα στο φως

Να καίγεται η πέτσα του αιώνια. Στην άκρη του αράζει

"Η Μαρίδα". Ένα σκαρί που έχει κάτι να πιεις.

Δεν είναι όπως παλιά. Ούτε εμείς.

Ένα ποτήρι ούζο χτυπάει στο τραπέζι, 

Το χέρι που το πίνει τινάζει τα βλέφαρα στην άμμο.
Η μπύρα αφρίζει από το σκάσιμο του κύματος. 
Μια πορτοκαλάδα
Θέλει το καλαμάκι της για αναπνευστήρα. Το παιδί αρνείται
(Η άρνηση πάντα προηγείται) κρατώντας το καλαμάκι 

Στην προέκταση του ματιού. Απ' αυτό το κανοκιάλι 

Βλέπουμε τους εαυτούς μας στον τυρκουάζ καθρέφτη -
«Βλέπουμε τον κόσμο όλο;».


Μες στον αέρα του το πέλαγος. Το πέλαγος που μεριμνά

Από το κεχριμπαρένιο του κοχύλι: « ο μαγικός δρυμός 

Απλώνει τη ζωή για να πατάει σίγουρα σ’ αυτές τις πέτρες,

Και από τον πυρήνα του αναβράζει ο ήχος των ηλιάνθεμων 

Διαστέλλοντας τα κατάμεστα μάτια. »

Ένα φύλλο που γυρίζει τη δίψα του



















Στην ακτή απαλά διαθλασμένοι

Παίζουμε εκτός χρόνου!


Με φορεμένο το σανδάλι της αβύσσου

Η Γλαυκή με το διάφανο χαρακτήρα

Μετέφερε τα παιδιά της μέσα 

Στα κουβαδάκια, μαζί με κάτι ζωγραφιές

Πελάγους:

Γλάρους και θαμπά μεσημέρια,

Τυχαίους βράχους κάτω από θάλασσες 

Και πεύκα περισκόπια, ακόμα 

Κι ένα σαμιαμίδι στα χρώματα κυρτής ρίζας 

Σαν περιπλανώμενο βότσαλο ή σαν κορδέλα 

Από κορίτσι για όπου 

Φυσάει ο άνεμος την άμμο. 


Ένα ταξίδι 

Στο ιστίο των κυμάτων που μας πήρε μαζί του

Μέχρι να χαθεί από το βάθος

Του ματιού.


Τ’ αρμυρισμένα λόγια, τι νόημα έχει να τα λες 

Αν ό,τι εμφανίζεται ανήκει στις καρδιές.

Στην προγονική αποθήκη



Ανεβαίνουν τα χρόνια και οι κατηφοριές τους 

Τυλίγονται στην ανέμη των φτερών. 


Η παλίρροια κάπου στην έρημο. Όμως έρχεται

Σε μορφή αντλίας.


Λαξευμένα δευτερόλεπτα σε βαριά πέτρα  

Οι ρωγμές 

Που υψώνονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Και εμείς μαζί. Μέσα σε αυτή την περιοχή.

(Μια μέρα θα ξεφύγουμε. Μια και καλή.)


Ωθούμενα τείχη ψαμμόλιθου, χάνονται στα ανοιχτά, 

Στα χρώματα αρχαίων φύλλων.

Με την μορφή υδρατμών 

Είναι στην αργιλώδη μάζα - την σαρκώνουν - 

Καρδιά αναστατωμένη, στο δόντι του κριτή.


Έξω από αυτή, η σιωπή, εντελώς των ονείρων 

Βρίσκει στο δρόμο της απ’ τον απέραντο

Ουράνιο μίσχο 

Μια πεζή στιγμή - μια αλυσίδα κορυφών επαγρυπνεί. 


Σε βραχώδεις ροές με σπονδύλους και με οστά 

Η σκόνη που ωθεί τον εαυτό της.