Ασυνήθιστη συνάντηση


Είναι το ηλεκτρονικό ίχνος 
του γείτονα μέσα από του καλωδίου τη μοχθηρή σκιά.

Ό,τι δεν είμαι, ό,τι δεν θέλω, μπήκε από την πόρτα σαν αυτές 
που ανοίγουν και γεννιούνται οι γεωγραφίες ιππεύοντας 
σύννεφο μιας ερχομένης ομίχλης.

Πώς να χαθώ; 
Η σήτα θυσιάστηκε ήδη από το νύχι 
του γάτου σ' ένα κύμα ξενοιασιάς. 

Είναι 
καιρός ν' αφήσεις τον ελαιώνα;
Εσύ 
δεν ζήτησες χαρακτηριστικά καθορισμένα;

Σε κάποια καπετάνισσα ώρα
ξένος τόπος μπορεί να σε δεχτεί. Και είναι μάταιη 
η αποφυγή του.
Εγώ θέλω μόνο να ξέρω γιατί, ν' ανοίξει η πύλη 
στον τρύγο της αβύσσου.

Οι συμφωνίες μιας απούσας επίσκεψης





Η φύση του γύρισε την πλάτη 

και με κάθε τι που περνούσε μέσα από χαμόγελο 

συνέχισα την πορεία μου. 


Είδα μετά από λίγες γραμμές που αρμενίζουν

απ' όνειρο σε όνειρο στα κλαρωτά μαλλιά μιας κυρίας 

με σκουφί αρχαίο. Συνέτρωγε μαζί με τον αθέατο 

επί του σεναρίου στίχο μες στη γραμματική που λάμπει

από το φως των τραπεζιών και το τελαρωμένο βυζί

της πόλης όπου βρίσκομαι.


Δεν κατάλαβα πως με προσπέρασε 

ο δραπέτης εαυτός  

και ακόμα τρέχει σαν καπνός από κερί σβησμένο

μη και τον προφτάσει ο γοργός των αποστάσεων 

εφιάλτης. 


Πέρασε μέσα από τις σκιές των στίχων.

Τους φωτογράφισε σε πόζα ανάμνησης και έστρεψε 

την αιχμηρή γωνία κάθε αποφασισμένου τραγικού. 

Εκεί σαν δρομέας τον έπιασα μ' ένα κύμα γέλιου.


Βρεθήκαμε οκλαδόν αντικριστά όπως παλιά. 

Σπρώχνουμε 

ασήμαντες ζωγραφιές - με τα χέρια στην πρόταση -

ποια εικόνα θα χωρέσει μες στη ζωγραφιά 

του άλλου για να 'χει λίγο χρώμα παραπάνω 

το κενό τοπίο.


Κάποιου το αυτί έπιασε τι λέγαμε και αναστέναξε 

με δύναμη χωρίς προβολή στήθους κι ουρανού.


Τώρα μπορείς να γράψεις το ποίημά σου. 


Απ' αίνιγμα σ' αίνιγμα (β)

 




στ'

Πέρασαν τα σύννεφα της αποθέωσης 
Ηττημένα
Παραδώθηκαν στη σκιά τους

Ηλιακό δάκρυ για προσκεφάλι
Όραση με λαμπτήρα προσμονής στο
Νερό που καλπάζει στην πέτρα

Περιστέρι στο χρώμα των νεκρών
Αμίλητα πρόσωπα σαν δρόμος πολέμου

Μια παιδική ζωγραφιά - καρδιά
Και στάχυα άτριφτα στ'αλώνι

Τώρα μπορείς να βαδίσεις

ζ'

Ξοδεύουμε μαζί τις ώρες μας
Το τοπίο απλώνεται από το βάθος του ματιού

Μαθαίνω να βλέπω
Αυτή την όραση μέχρι να κρυφτεί
 
Δεν ταιριάζει σε ό,τι βλέπει 
Σαν να 'ναι αντικλείδι

Μια γιορτή στην ύπαιθρο εν μέσω πτώσεων 
Βάζει το βέλος στο τόξο

η'

Η συγκέντρωση στη φεγγαρόφωτη πλατεία διαλύθηκε
Τα μικρόφωνα με μια προφυλακτική χειραψία
Απομακρύνθηκαν χωρίς να μιλούν

Οι καμαρωτοί φωτισμοί κατέβηκαν τη σκαλωσιά και 
Συνόδευαν την αποχώρηση

Μ' ένα βιολάκι λέξεων μια κάποια οικειότητα
Ένας αστείος τόνος μοιάζει με μπαγκέτα ντράμερ και 
Χτυπάει τα ξύλινα πλευρά του ηχείου

Συνεπαρμένος απορούσα σαν κιθάρα δίχως χορδές
Που ξετρύπωσα από μία αποθήκη
Τα πάντα γίνονται
Ας ηχήσει



Απ' αίνιγμα σ' αίνιγμα (α)





α'

Το φως διάκοσμος στη μέρα
Φυλάγοντάς το γι' αργότερα

Οι ίνες των λεπτών τινάζονται στο ρολόι
Κάποιες ώρες βαπτίζονται από τη φασαρία

Δεν είναι μόνο ο ιστός που παγιδεύει
Κι ένα ταξίδι δοκιμάζει την φυγή

Ο χρόνος σ' ένα δισταγμό έχασε τους δείχτες
Επιστρέφοντας  το φως στη σιωπή

Έτσι κανένα καλούπι δεν πήρε το σκήπτρο
Του σύμπαντος σε γκρίζα μέρα

Αυτός όμως ήταν η όψη 
Με βλέμμα που αδειάζει μέσα στους κάμπους

Η τωρινή σκιά

Το μοναδικό σημάδι σε μαύρες γωνίες
Ανάμεσάς σας αιώνια πτώση σαν εμβατήριο
Με παλλόμενα φτερά

β'

Κανείς ουρανέ κανείς
Το σύννεφο σε στρώματα από τη γη στον διψασμένο
Ουρανό

Το πρόσωπό του δεν μπορεί να το κρύψει
Ύποπτος ως κι ο ουρανός;

Κανείς ουρανέ κανείς χωρίς όπλα
Στον Γολγοθά του σύμπαντος

γ'

Οδήγησε όπως οδηγούν οι ανοιχτοί ορίζοντες
Μοιραίοι από παλιά σκαλιά
Στριφογυριστά, πριν υπάρξει ο χρόνος
Με χρώμα του αίματος στο ριγμένο φυσίγγι

δ'

Βρεθήκαμε στο άπειρο παιχνίδι
Όπου ο τοίχος διαλύεται σε στάχυα

Ο φλοιός της γης αντιφεγγίζει
Την ορυκτή της γέμιση 
Τώρα βρέχει
 
Σκεπή

ε'

Οι καλπασμοί στο πέταλο 
Των καλπασμών
Κολλημένος τροχωράω
Στην κινούμενη άμμο 

Τα σύννεφα ας εκραγούν
Στον πνιγμό τους 
Ο κεραυνός στην ηχώ του
Και αυτό το όνειρο στο χώμα του ας επιστρέψει