Κάρυστος















Χτισμένη στο μέτρημα με τον αέρα. Η Αμαρυνθία πέτρα
Έδεσε την ακτογραμμή της στην Όχη.

Το πριόνι του ήλιου από υγρό πυρ κόβει τους κάβους. 
Ο κόλπος κυματίζει
Από το πέταλό του συμβάντα βυθού. 
Σάλπαρε γι' άλλο νησί, στα Στύρα του Μεγάλου Ρέματος. 
Οι θέσεις των πύργων το μαρτυρούν, όπως και τα θραύσματα 
Από μελαμβαφή αγγεία και επιτύμβια λατομεία.

Ποιος ξέρει τι πρόκειται να μοιραστούμε
Στον Καστανόλογγο με τις μυστικές σκιές,
Πλήθος βαρομέτρων και υδροχαρή φυτά
Που μας έδειξε
Απ' τ' άρμενά του ο Καφηρέας - από το γλωσσίδι
Του φάρου για τα Δρακόσπιτα 
Η αφροδισία Κάρυστος  Λεύτερη - σαν αγαλμάτια ψυχή,
Παλεύει με τα δίχτυα της. 

Επίγραμμα






Το ημερολόγιο αυτό έκλεισε - υπάρχει ένας ανοιχτός χώρος 

Στην ορατότητα. Στη ράχη του, που μεγαλώνουν και πέρα 

Από το φράχτη οι κληματόβεργες - σε μια νυχτερινή ακινησία

Που επίσης αγαπώ.


Ένα ξεφύλλισμά του από θαλάσσιο αεράκι γεμίζει τις αράδες 

Με το λαμπύρισμα του αλατιού - το νερό χρωματισμένο 

Από αλατόφιλους οργανισμούς.


Τα βήματα στην προκυμαία, η απλωμένη χούφτα

Με τα ψίχουλα, κούπα για τα γλαρόνια 

Που εφορμούν στην αγκαλιά της. Ποτέ δεν είναι σίγουρη η άμυνα. 


Η άμυνα κρέμεται από τον ήλιο και το φεγγάρι. 

Ας μείνει εκεί. Ανεξήγητο πανί.


Αναπνέω σαν παιδική ζωγραφιά.

Το χαμόγελο πήρε τον δρόμο του. 


Ένα τοπογραφικό σημείο με ταξίδια στο ατελείωτο φιλμ.

Καίγεται το λάστιχο στην άσφαλτο.


Ο καπνός είναι στροφές σ’αυτό το ποίημα - ένας

Νεκρός φίλος μου στέλνει χαιρετίσματα - με νεκρική σιωπή.

Το κενό έχει γραφεί; 

Τι περιπέτεια…

Υπέρβαση






Έκανε άλμα το μπλε
Πάνω από το κιγκλίδωμα.

Tαίριαξε
Με του άσπρου το νεφέλωμα.

Οι μοίρες, σχόλασαν.







(από τις ''Ισορροπίες'', του 2012)

Ο σκύλος στο υπόστεγο



















Το βοσκοτόπι επέστρεψε το κοπάδι του 

Με τον βοσκό στο στάβλο. Η αυγή ξύπνησε από τον σκύλο

Και κατηφορίζει

Στον λαιμό, ψυθιρίζει 

Στα διψασμένα φύλλα: η νύχτα έφυγε και πήρε

Το σύννεφο μαζί της. Ένας άνθρωπος της πόλης 

Την ακολουθεί τραβώντας

Όλο τον κόσμο μαζί του. Δεν επέστρεψε ποτέ.


Το φως σήμερα δεν ήταν σε χρώμα ουρανί. 

Η μορφή του σβήνει από την περικυκλωμένη αγάπη.

Πρόσωπα μέχρι θανάτου.

Τα πινέλα ασταθή, ψάχνοντας άλλα μάτια 

Πετάνε τα χρώματα το ένα στα μούτρα 

Του άλλου.


Μια πέτρα τοξωτή, δίχως θεμέλιο 

Κινείται μέσα στην αναγνώριση. 

Τα πάντα θυμίζουν. 

Η σκουριά της ιστορίας: ίσαλος γραμμή

Του ακίνητου σκάφους, με κάνει πέρα,

Πάνω σε μια γέφυρα από το πήγαιν’ έλα

Των βημάτων κάτι συμβαίνει…

Που η φύση το ξέρει;